Λιβύη

I
Αγία της Ανατ. Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μαρτύρησε με ξίφος. Η μνήμη της τιμάται στις 25 Ιουνίου.
II
Μυθολογικό πρόσωπο. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κόρη του Έπαφου, βασιλιά της Αιγύπτου. Έπειτα από δεσμό της με τον Ποσειδώνα απέκτησε τον Λέλεγα, βασιλιά των Μεγάρων. Ήταν επίσης μητέρα του Βήλου από άγνωστο πατέρα, ο οποίος ίδρυσε στη Βαβυλώνα τον ναό του θεού Βήλου.
III
Κράτος της βόρειας Αφρικής. Συνορεύει Α με την Αίγυπτο, ΝΑ με το Σουδάν, Ν με το Τσαντ και τη Δημοκρατία του Νίγηρα, Δ με την Αλγερία, ΝΔ με την Τυνησία, ενώ στα Β βρέχεται από τη Μεσόγειο θάλασσα.Η έκταση της Λ. είναι περίπου δεκατρείς φορές μεγαλύτερη από εκείνη της Ελλάδας, αλλά η χώρα είναι εξαιρετικά αραιοκατοικημένη. Η Λ. βρέχεται κατά μήκος 1.900 χλμ. από τη Μεσόγειο θάλασσα, η οποία σχηματίζει καμπή στον μεγάλο κόλπο της Σύρτης, ενώ στις άλλες πλευρές της χώρας η μεθόριος είναι άλλοτε χαραγμένη σε ευθείες γραμμές (όπως στην περίπτωση του 25ου μεσημβρινού, που αποτελεί για περισσότερα από 1.000 χλμ. τη μεθόριο με την Αίγυπτο και το Σουδάν) και άλλοτε ορίζεται από τη νοητή γραμμή που συνδέει τα διάφορα πηγάδια στις οδούς των καραβανιών, μέσα από ερημικά εδάφη που κάθε άλλο παρά φυσικό όριο μπορούν να αποτελέσουν. Τα δυτικά και νότια σύνορα χαράχτηκαν από τη Γαλλία κατά την εποχή της αποικιοκρατίας. Η μεθόριος με την Αίγυπτο καθορίστηκε από την Ιταλία το 1926.
Οι σχέσεις της Λ. με τις γειτονικές της χώρες, την Τυνησία, την Αλγερία, τη Δημοκρατία του Νίγηρα, το Τσαντ, το Σουδάν και την Αίγυπτο, είναι πολύ περιορισμένες, εξαιτίας της παρεμβολής της ερήμου της Σαχάρας μεταξύ τους. Το ζωτικό μέρος της Λ. είναι η παράκτια λωρίδα, όπου ωστόσο και εκεί διεισδύει η έρημος, στην περιοχή της Σύρτης, με αποτέλεσμα να βρέχεται η Σαχάρα από τη Μεσόγειο. Αυτός είναι και ο λόγος που η ανατολική πλευρά της παράκτιας λωρίδας (την οποία οι Έλληνες ονόμαζαν Πεντάπολη και αντιστοιχεί στην Κυρηναϊκή) είχε συχνές επαφές με την Αίγυπτο, ενώ η δυτική, η Τριπολίτιδα, είναι συνδεδεμένη με την ελάσσονα Αφρική. Η Λ. διαιρείται σε 25 δήμους (μπαλαντιγιάτ), για τους οποίους ωστόσο δεν υπάρχουν έγκυρα πληθυσμιακά στοιχεία. Οι δήμοι αυτοί είναι οι Αζ-Ζαουίγια, Αλ-Αζιζίγια, Αλ-Κούφρα, Αλ-Τζαμπάλ αλ-Αχντάρ, Αλ-Τζούφρα, Αλ-Φατίχ, Αλ-Χουμς, Αν-Νουκάτ αλ-Χαμς, Αουμπάρι, Ας-Σατί, Ατζαμπίγια, Γιαφράν, Γκαντάμις, Γκαριάν, Ζλιτάν, Μιζρατά, Μουρζούκ, Μπανγκαζί (Βεγγάζη), Νταρνά, Σαμπχά, Σαουφαγίν, Σουρτ, Ταραμπουλούς (Τρίπολη), Ταρχουνά, Τουμπρούκ (Τομπρούκ).Επίσημη γλώσσα της Λ. είναι η αραβική, αλλά χρησιμοποιούνται ευρύτατα η αγγλική και η ιταλική. Ωστόσο μερικές φυλές μιλούν τη βερβερική. Οι Άραβες και οι Βέρβεροι αποτελούν το 97% του πληθυσμού της χώρας. Στη Λ. ζουν επίσης λιγοστοί Μαλτέζοι, Ιταλοί, Αιγύπτιοι, Τυνήσιοι και Έλληνες.Την 1η Σεπτεμβρίου 1969, ένα στρατιωτικό πραξικόπημα ανέτρεψε τη μοναρχία και η Λ. ονομάστηκε Αραβική Λαϊκή Δημοκρατία. Αφού καταργήθηκε το σύνταγμα και διαλύθηκε το κοινοβούλιο, όλες οι εξουσίες συγκεντρώθηκαν σε ένα επαναστατικό συμβούλιο το οποίο όριζε τον πρωθυπουργό και τα άλλα μέλη της κυβέρνησης που ασκούσαν την εκτελεστική εξουσία. Την προεδρία του επαναστατικού συμβουλίου είχε αναλάβει ένας αξιωματικός, ο Μουαμάρ Καντάφι, πρωταγωνιστής του πραξικοπήματος κατά της μοναρχίας, ο οποίος έγινε αρχηγός του κράτους.
Η Μεγάλη Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Tζαμαχιρία, όπως επίσημα μετονομάστηκε η Λ. το 1986, δεν έχει σύνταγμα με την τυπική έννοια του όρου. Τα όργανα και η λειτουργία του κράτους καθορίστηκαν με τις αποφάσεις του γενικού λαϊκού κογκρέσου που αποτελείται από 1.112 μέλη. Σύμφωνα με τις αποφάσεις αυτές, το Κοράνι αποτελεί το κοινωνικό συμβόλαιο του λαού της Λ. και η άμεση λαϊκή εξουσία αποτελεί τη βάση της κρατικής υπόστασης της χώρας. Ο λαός εκφράζει αυτή την εξουσία μέσω των λαϊκών κογκρέσων, των λαϊκών επιτροπών, των συνδικάτων, των επαγγελματικών ενώσεων και του γενικού λαϊκού κογκρέσου (συνέλευση του λαού).Πολιτικά κόμματα δεν υπάρχουν στη Λ., εκτός από αυτό της Αραβικής Σοσιαλιστικής Ένωσης. Ο συνταγματάρχης Μουαμάρ Καντάφι δεν κατέχει τυπικά κανένα αξίωμα, αλλά είναι de facto αρχηγός του κράτους. Επικεφαλής της κυβέρνησης είναι ο πρωθυπουργός, ο οποίος εκλέγεται από το γενικό λαϊκό κογκρέσο. Από τον Μάρτιο του 2000, το αξίωμα του πρωθυπουργού κατέχει ο Μουμπάρακ αλ-Σαμέκ.Η δικαιοσύνη απονέμεται από τα πρωτοδικεία, τα κακουργιοδικεία και τα εφετεία. Υπάρχει επίσης ένα ανώτατο δικαστήριο. Οι οικογενειακές διαφορές εκδικάζονται από ειδικά θρησκευτικά δικαστήρια. Το 1988, καθιερώθηκαν και τα λαϊκά δικαστήρια. Το νομικό σύστημα ακολουθεί τα αιγυπτιακά πρότυπα.Οι Λίβυοι, σχεδόν στο σύνολό τους (97%), είναι σουνίτες μουσουλμάνοι και ο ισλαμισμός είναι η επίσημη θρησκεία του κράτους. Υπάρχει επίσης μια μικρή μειονότητα χριστιανών καθολικών.Κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, η εκπαίδευση ήταν εξαιρετικά περιορισμένη. Οι πρώτες σχολές, σχεδόν αποκλειστικά πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, δημιουργήθηκαν μετά την κατάκτηση της χώρας από τους Ιταλούς. Μετά την ανεξαρτησία της, η Λ. προσάρμοσε το εκπαιδευτικό της σύστημα σε εκείνο της γειτονικής Αιγύπτου. Η πρωτοβάθμια εκπαίδευση, υποχρεωτική και δωρεάν, διαρκεί έξι χρόνια. Υπάρχουν πολυάριθμες ισλαμικές σχολές, που τις διευθύνουν τα τζαμιά και στις οποίες οι μαθητές λαμβάνουν θρησκευτική εκπαίδευση, καθώς επίσης και στοιχειώδεις γνώσεις ανάγνωσης, γραφής και αριθμητικής. Όσοι επιθυμούν να συνεχίσουν τις σπουδές τους πρέπει να δώσουν ειδικές εξετάσεις για να γίνουν δεκτοί στις σχολές μέσης εκπαίδευσης, η οποία παρέχεται σε γενικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, όπου η διάρκεια των σπουδών είναι τριετής. Η επαγγελματική εκπαίδευση, στην οποία δίδεται μεγάλη σημασία, παρέχεται σε διάφορα ιδρύματα επιπέδου μέσης σχολής, ενώ η ανώτερη εκπαίδευση στο πανεπιστήμιο της Λ., που έχει παραρτήματα στην Τρίπολη και στη Βεγγάζη. Τα στοιχεία για τον αναλφαβητισμό είναι αντιφατικά, καθώς οι εκτιμήσεις δίνουν ποσοστά από 3% έως 25% (1995).Ο πολυετής πόλεμος με το Τσαντ προκάλεσε τεράστιες απώλειες στον στρατό. Η θητεία στις ένοπλες δυνάμεις είναι υποχρεωτική και διαρκεί δύο χρόνια. Το 1994, ο στρατός της χώρας αριθμούσε 70.000 άνδρες, από τους οποίους 22.000 υπηρετούσαν στην αεροπορία και 8.000 στο ναυτικό. Το 1992 επιβλήθηκε από τη διεθνή κοινότητα εμπάργκο στις πωλήσεις όπλων στη Λ.Στη Λ., το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας είναι αρκετά ανεπτυγμένο για τα δεδομένα της Αφρικής (1 γιατρός ανά 1.146 κατοίκους το 2002), ενώ η παιδική θνησιμότητα κυμαίνεται στους 28 θανάτους ανά 1.000 γεννήσεις (2002). Το προσδόκιμο ζωής είναι 78 χρόνια για τις γυναίκες και 74 χρόνια για τους άνδρες.Από γεωμορφολογική άποψη, η Λ. μπορεί να θεωρηθεί ένα εκτεταμένο υψίπεδο αποτελούμενο από ισχυρές οριζόντιες στρωματοποιήσεις διαφορετικών εποχών, που επηρεάστηκαν ελάχιστα ή και καθόλου από τα ορεογενετικά φαινόμενα τα οποία τροποποίησαν σημαντικά τη φυσιογνωμία της βορειοδυτικής Αφρικής κατά τη διάρκεια του καινοζωικού αιώνα. Και ακριβώς στη δομή των ιζηματογενών αυτών εδαφών οφείλεται η παρουσία των μεγάλων κοιτασμάτων πετρελαίου στο υπέδαφος. Σε γενικές γραμμές, η χώρα παρουσιάζεται μονότονη εξαιτίας των επίπεδων μορφών που κυριαρχούν στο τοπίο. Οι μορφές αυτές αντιστοιχούν στις ιζηματογενείς στρωματοποιήσεις, ηπειρωτικής κυρίως προέλευσης (ψαμμίτες), καθώς και θαλάσσιας προέλευσης (ασβεστολιθικές ζώνες της Κυρηναϊκής και της Τριπολίτιδας), που οφείλονται σε εισβολές της εποχής του μεσοζωικού αιώνα και της τριτογενούς περιόδου του καινοζωικού αιώνα και εναποτέθηκαν στα πιο αρχαία πετρώματα, τα οποία αναδύονται σήμερα σε περιορισμένα τμήματα του εδάφους (κυρίως σε αντιστοιχία με μερικά μεγάλα υπονότια ρήγματα στο Φεζάν και στη νότια Τριπολίτιδα).
Οι ιζηματογενείς βραχώδεις σχηματισμοί δεν εμφανίζονται ωστόσο ακέραιοι, αλλά διαμελισμένοι από τη διάβρωση και χαραγμένοι από τις κοίτες αρχαίων υδάτινων ρευμάτων. Τα λιβυκά υψίπεδα διακόπτονται εξάλλου από εκτεταμένα βαθύπεδα, τόσο εσωτερικά όσο και παράκτια, στις παρυφές των οποίων τα περιγράμματα των πεδινών σχηματισμών παίρνουν τη μορφή ορεινών αλυσίδων. Το ίδιο συμβαίνει με το Τζαμπάλ αλ-Aχντάρ, ασβεστολιθικό υψίπεδο της τριτογενούς περιόδου που δεσπόζει στα Ν, στο εκτεταμένο κυρηναϊκό βαθύπεδο. Στο Φεζάν, τα βαθύπεδα αντιστοιχούν όλα σε αρχαίες διευθετήσεις της πρωτογενούς αφρικανικής μάζας, που συνοδεύτηκαν και από ηφαιστειακές εκδηλώσεις, τα ίχνη των οποίων απαντώνται στο Tζαμπάλ ες-Σοντάια. Το γεωλογικό και μορφολογικό πλαίσιο της χώρας συμπληρώνουν οι πρόσφατοι σχηματισμοί, χαρακτηριστικοί του ερημικού περιβάλλοντος, που οφείλονται στη διάβρωση και στην αιολική μεταφορά. Τέτοιοι σχηματισμοί απαντώνται στις σερίρ, τις χαλικώδεις περιοχές που βρίσκονται στους πρόποδες των αντερεισμάτων, γύρω από μερικά ανάγλυφα (σερίρ του Tιμπέστι), ή εκεί όπου ο άνεμος έχει επιδράσει επιλεκτικά στα υλικά και στις αμμώδεις εκτάσεις (ιντεχάν) των μεγάλων βαθυπέδων του Φεζάν και της Κυρηναϊκής, ενώ στα ΒΔ επικρατούν οι βραχώδεις σχηματισμοί των χαμάντα της Τριπολίτιδας.Το λιβυκό έδαφος καταλαμβάνει το κεντρικό τμήμα της βόρειας Αφρικής και βρέχεται από τη Μεσόγειο Θάλασσα στο τμήμα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στην ιταλική και στην ελληνική χερσόνησο. Προς τα Ν, εκτείνεται έως την καρδιά της ερήμου της Σαχάρας, οι συνθήκες του περιβάλλοντός της οποίας χαρακτηρίζουν ολόκληρη τη χώρα, με εξαίρεση τη στενή παράκτια λωρίδα στα Α και στα Δ του κόλπου της Σύρτης.
Η μορφολογία παρουσιάζει όλα τα τυπικά στοιχεία της σαχαριανής ερημικής περιοχής, που καθορίζονται τόσο από τις αρχαίες διαβρωτικές ενέργειες στις υγρές φάσεις του κλίματος όσο και από τις πιο πρόσφατες διαδικασίες διάβρωσης και αιολικής μεταφοράς, από τις χαλικώδεις εκτάσεις των σερίρ και τις αμμώδεις των ιντεχάν στις βραχώδεις επιφάνειες των χαμάντα (ανάμεσα στις οποίες ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η Xαμάντα ελ-Xάμρα). Τα ερημικά χαρακτηριστικά εκδηλώνονται ακόμη και κοντά στη θάλασσα, με την έρημο της Σύρτης.
Οι ακτές παρουσιάζουν εξαιρετικά ποικίλες όψεις. Από τη μεθόριο με την Τυνησία έως το ακρωτήριο Zαρούγ, τα παράλια είναι γενικώς πεδινά, χωρίς αξιοσημείωτους μυχούς ή ακρωτήρια· ομαλή είναι επίσης η ακτή της Σύρτης έως τη Βεγγάζη, που ωστόσο μερικές φορές κρασπεδώνεται από θίνες. Πέρα από τη Βεγγάζη, η ακτή γίνεται ψηλή και απόκρημνη, σε αντιστοιχία με το Tζαμπάλ αλ-Aχντάρ και έως τη μεθόριο με την Αίγυπτο, με εξαίρεση μερικούς μυχούς (Aπολλωνία, Nταρνά, Mπόμπα και Tομπρούκ).Παρά τις εκτεταμένες ακτές της, η Λ. επωφελείται ελάχιστα από τις κλιματικές συνθήκες που χαρακτηρίζουν τις μεσογειακές περιοχές. Πράγματι, στο μεγαλύτερο μέρος του εδάφους της επικρατούν οι ηπειρωτικές σαχαριανές επιδράσεις, από τις οποίες αποκλείονται κατά ένα μέρος μονάχα οι δύο μικρές παράκτιες περιοχές που σχηματίζουν τον κόλπο της Σύρτης.
Η απουσία αναγλύφων έχει αποτέλεσμα να μετριάζονται οι μεσογειακές κλιματικές εκδηλώσεις, που δημιουργούν χειμερινές κυρίως βροχοπτώσεις (αραιές εξάλλου, εκτός από τις εξωτερικές πλευρές των αντερεισμάτων της Τριπολίτιδας και της Κυρηναϊκής) στη βόρεια ζώνη, και αυτό σε σχέση με τον σχηματισμό κυκλωνικών περιοχών ατλαντικής προέλευσης, στις οποίες αντιτίθενται οι σταθερές αντικυκλωνικές μάζες των υψηλών σαχαριανών πιέσεων. Οι θερμοκρασίες είναι σχεδόν παντού υψηλές, ακόμα και τον χειμώνα, χαρακτηριστικές όλης της Βόρειας Αφρικής.Λόγω των κλιματικών και εδαφικών συνθηκών, η βλάστηση στη Λ. είναι εξαιρετικά φτωχή. Στις τεράστιες ερημικές εκτάσεις βρίσκονται μόνο ελάχιστες οάσεις, όπου το νερό βγαίνει στην επιφάνεια και καθιστά εφικτή την καλλιέργεια κηπευτικών και φοινίκων. Προς την ακτή, όπου οι βροχοπτώσεις είναι άφθονες, συναντά κανείς περιοχές με θάμνους και μερικά δέντρα με ψηλό κορμό. Στην υπόλοιπη χώρα, επικρατεί η ξηρόφιλη στέπα στην περιοχή της Σύρτης και τα αλόφιλα φυτά στις αλμυρές περιοχές που περιβάλλουν τα σέμπχα. Στο Τζαμπάλ, είναι διαδεδομένη η μεσογειακή λόχμη.Στη Λ. δεν υπάρχουν μόνιμοι ποταμοί, και αυτό όχι μόνο εξαιτίας των αραιών βροχοπτώσεων, αλλά επίσης λόγω της φύσης του εδάφους, που σε μεγάλα τμήματά του είναι ασβεστολιθικό και συνεπώς διαπερατό. Όπως σε όλη τη σαχαριανή περιοχή, το έδαφος διασχίζεται από τους ουιντιάν, κοίτες συνήθως ξηρές, που γεμίζουν με νερό όταν πέφτουν βροχές. Πολυάριθμα είναι, ιδιαίτερα στην παράκτια ζώνη της Τριπολίτιδας, τα τέλματα, που κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού ξηραίνονται (σέμπχα) και δημιουργούν φυσικές αλυκές (μελάχε). Υπάρχουν, ωστόσο, και βαθιές υδάτινες φλέβες, ενώ απαντώνται αρκετά συχνά και πηγές με σταθερή ροή νερού.Η περιοχή της Τριπολίτιδας. Η Τριπολίτιδα δεν έχει ευκρινώς καθορισμένα σύνορα, αλλά φαίνεται να αποτελείται από τρία τμήματα που αναφέρονται με τις τοπικές ονομασίες Tζεφάρα (παράκτια πεδιάδα), Tζαμπάλ (όρος) και Γκίμπλα (περιοχή του νότου). Η παράκτια πεδιάδα, που έχει τριγωνικό σχήμα με εσωτερική κορυφή κοντά στη Nαλούτ, εκτείνεται και στο έδαφος της Τυνησίας έως την Γκαμπές. Εκτός από το τμήμα που αντιστοιχεί στη Xομς, όπου τα υψώματα της Mσελάτα φτάνουν στη θάλασσα, η ακτή είναι πεδινή, αμμώδης και ομοιόμορφη, με εξαίρεση τους μικρούς σκοπελώδεις μυχούς που λέγονται μάρσα.
Η Tζεφάρα υψώνεται βαθμιαία προς το εσωτερικό, μέχρι τα 100-300 μ. Κοντά στη θάλασσα, εκτείνεται μια σειρά από οάσεις, που χωρίζονται μεταξύ τους από θίνες και από στέπες. Το έδαφος διασχίζεται από τις κοίτες των χειμάρρων, σχεδόν αόρατες, που σχεδόν εγκλωβίζονται καθώς πλησιάζουν το Τζαμπάλ, στους πρόποδες του οποίου υπάρχουν επίσης μερικές μικρές οάσεις. Το ανάγλυφο υψώνεται στην πεδιάδα με ένα απόκρημνο αντέρεισμα, όπου οι κλίσεις των δρόμων είναι εξαιρετικά μεγάλες· το μέγιστο υψόμετρο, ωστόσο, είναι μικρότερο από 1.000 μ. Το Τζαμπάλ της Τριπολίτιδας δεν πρέπει να θεωρηθεί ως ορεινή αλυσίδα που είναι συνέχεια του Άτλαντα. Αντιπροσωπεύει μάλλον τη βόρεια παρυφή της εσωτερικής πεδινής περιοχής, που αποτελείται κυρίως από ασβεστόλιθους και ψαμμίτες, ανάμεσα στους οποίους αναδύονται συχνά εκρηξιγενή πετρώματα.
Η Γκίμπλα αντιπροσωπεύει τη νότια πλευρά του Τζαμπάλ και συνίσταται σε ένα μονότονο οροπέδιο που χαμηλώνει προς τα Ν. Ενώ όμως η ανατολική πλευρά καλύπτεται ακόμα από στέπες, η δυτική είναι πιο άγονη και παρουσιάζει ήδη ερημικά χαρακτηριστικά. Μόνο στις οάσεις είναι δυνατόν να ζήσει κανείς και εκεί συγκεντρώνονται οι κάτοικοι, που επωφελούνται επίσης από τις εμπορικές συναλλαγές, όπως γίνεται στην όαση Γκαντάμις. Προς το Φεζάν, ένα αρκετά σαφές γεωγραφικό σύνορο αποτελείται από τη Xαμάντα ελ-Xάμρα (450 μ.), που διακόπτεται απότομα στα Ν από το απόκρημνο αντέρεισμα της Xαμάντα της Tινρχέρτ.
Το τμήμα της Σύρτης που ανήκει στην Τριπολίτιδα, εκτός από μερικές οάσεις και καλλιεργημένες εκτάσεις κατά μήκος της παράκτιας οδικής αρτηρίας, αποτελείται κυρίως από ένα μονότονο οροπέδιο από ασβεστόλιθους και ψαμμίτες, που διακόπτεται από απολιθωμένες κοίτες και συνδέεται βαθμιαία με το Τζαμπάλ ες-Σοντάια (Μαύρα Όρη).
Όσον αφορά τις κλιματικές συνθήκες, υπάρχει αρχικά μια μικρή παράκτια λωρίδα με παραθαλάσσιο κλίμα, και έπειτα μια λωρίδα με παράκτιο στεπικό κλίμα, προς το εσωτερικό της οποίας υπεισέρχεται το προερημικό κλίμα. Στην παράκτια περιοχή, το ύψος των ετήσιων βροχοπτώσεων (που παρατηρούνται μόνο μεταξύ Οκτωβρίου και Μαρτίου) ποικίλλει από τα 200 έως τα 400 χιλιοστά. Η περιοχή αυτή περιλαμβάνει την Tζεφάρα, με τα υψώματα της Mσελάτα. Πιο μακριά από την ακτή, οι θερμικές διακυμάνσεις (τόσο ημερήσιες όσο και εποχιακές) γίνονται πιο αισθητές, οι θερινές θερμοκρασίες αυξάνουν και οι βροχές περιορίζονται κάτω από τα 200 χιλιοστά ετησίως. Στο Τζαμπάλ, εμφανίζεται ένα κάπως διαφορετικό κλίμα (υψιπέδου), που χαρακτηρίζεται από μεγαλύτερες θερμικές διακυμάνσεις, ενώ οι βροχές (μερικές φορές άφθονες, έως 500 χιλιοστά) πέφτουν γενικά σε διάστημα λίγων ημερών. Η πιο εσωτερική ζώνη αποκτά προερημικά χαρακτηριστικά, που εμφανίζονται τόσο στη νότια Γκίμπλα, όσο και στην περιοχή της Σύρτης, σε απόσταση 60-70 χλμ. από τη θάλασσα. Οι θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές, ενώ οι βροχές γίνονται όλο και πιο σπάνιες και ακανόνιστες. Χαρακτηριστικός άνεμος είναι ο γκίμπλι (= νοτιάς), ο οποίος προέρχεται από τα Ν ή τα ΝΑ και δημιουργείται, προπάντων την άνοιξη, από τον σχηματισμό βαρομετρικών μεταβολών στη Μεσόγειο. Είναι ένας άνεμος θερμός και ξηρός, που προκαλεί αύξηση της θερμοκρασίας και μείωση της υγρασίας· δεν έχει συγκεκριμένη διάρκεια και δεν φυσά σε σαφώς καθορισμένες περιόδους, αλλά συνήθως διαρκεί δύο ή τρεις ημέρες.
Η Τριπολίτιδα είναι φτωχή σε επιφανειακή υδρογραφία, όχι μόνο λόγω του άγονου κλίματος, αλλά και επειδή ο υδροκρίτης ανάμεσα στη Μεσόγειο και στις εσωτερικές περιοχές, ο οποίος αντιπροσωπεύεται από το Τζαμπάλ, είναι αρκετά κοντά στην ακτή. Μόνο σε αντιστοιχία με τη Σύρτη ο υδροκρίτης απομακρύνεται από τη θάλασσα και απαντώνται τα πιο μακριά και περίπλοκα δίκτυα των ουιντιάν. Σπουδαιότερα είναι τα υπόγεια ύδατα, από τα οποία εξαρτάται η ανάπτυξη της φυτικής ζωής, καθώς στην παράκτια περιοχή υπάρχουν πολυάριθμες φλέβες νερού, οι οποίες τροφοδοτούνται από τις βροχές που πέφτουν στο Τζαμπάλ.
Οι δραστηριότητες των κατοίκων έχουν μεταβάλει σημαντικά την αρχική φυσιογνωμία του φυτικού μανδύα, για τις ανάγκες της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Οι λόχμες, που παλαιότερα ήταν σίγουρα πολύ πιο εκτεταμένες, έχουν περιοριστεί πια σε λίγα τμήματα, τα οποία εμφανίζονται με μεγαλύτερη έκταση στο κάτω μέρος μερικών μεγάλων κοιλάδων που χαράζουν το Τζαμπάλ, όπου οι συνθήκες ανάπτυξης είναι ευνοϊκές λόγω της μεγαλύτερης υγρασίας που επικρατεί εκεί. Στο πιο διαδεδομένο στεπικό περιβάλλον, χαρακτηριστικά φυτά της εσωτερικής Tζεφάρα είναι οι στίπες, το ντις, το σπάρτο και το αρφέγκ, που παρέχει θαυμάσια τροφή στις καμήλες. Αξιοσημείωτη, τέλος, είναι η προσπάθεια για τη σταθεροποίηση των κινητών θινών στην παράκτια ζώνη της Τριπολίτιδας, που πραγματοποιείται τόσο με τη βοήθεια των τοπικών φυτών, όπως τα αρμυρίκια και τα σπάρτα, όσο και μιας ψευδακακίας ιταλικής προέλευσης, αλλά κυρίως με τις δυνατές αυστραλιανές ακακίες, καθώς και με ορισμένα κωνοφόρα.
Η περιοχή της Κυρηναϊκής. Η Κυρηναϊκή βρέχεται από τη Μεσόγειο και έχει μια πολυσχιδή ακτή, πίσω από την οποία υψώνεται ένα ασβεστολιθικό οροπέδιο της τριτογενούς περιόδου, που καταλήγει στο Τζαμπάλ αλ-Aχντάρ (875 μ.). Στη βόρεια πλευρά, το ανάγλυφο αυτό κατεβαίνει με απότομες κλίσεις, που διακόπτονται από αναβαθμίδες και από κόγχες. Η τελευταία αναβαθμίδα, μεταξύ Tόκρα και Nτέρνα, κατεβαίνει στη θάλασσα. Προς τα Δ, αντίθετα, το υψίπεδο αφήνει χώρο σε μια παράκτια παρυφή πλάτους περίπου 20 χλμ. στην ενδοχώρα της Βεγγάζης, και μέχρι 60-70 χλμ. νοτιότερα. Η νότια πλευρά, τέλος, χαρακτηρίζεται από μια απαλή κλίση και παίρνει το όνομα Σιρουάλ, διακοπτόμενη από μια σειρά παράλληλων αυλάκων. Αυτές καταλήγουν κατά το μεγαλύτερο μέρος τους σε μια περιοχή κλειστών λεκανών, σχεδόν πάντα ξηρών, που λέγονται μπάλτε, η προέλευση των οποίων πρέπει να συσχετιστεί με τα καρστικά φαινόμενα.
Η προέλευση των αναβαθμίδων της Κυρηναϊκής είναι αμφισβητούμενη και η υπόθεση ότι δημιουργήθηκαν από τη φθορά εξαιτίας της δράσης της θάλασσας δεν φαίνεται αξιόπιστη· αντίθετα, θα μπορούσαν να οφείλονται σε μια σειρά από ρήγματα. Οι τεκτονικές κινήσεις, εξάλλου, δεν φαίνονται να έχουν σταματήσει, αν τουλάχιστον κρίνει κανείς από τη συχνότητα των σεισμών, ένας από τους οποίους (Φεβρουάριος 1963) κατέστρεψε σχεδόν ολοσχερώς τη μικρή πόλη Aλ-Mαρτζ, προκαλώντας αρκετές εκατοντάδες θύματα.
Στα Ν της περιοχής των μπάλτε αρχίζει η προερημική ζώνη, η οποία βαθμιαία εξελίσσεται σε ένα μονότονο επίπεδο που διακόπτεται μονάχα από μερικά μεμονωμένα υψώματα και από τις αύλακες των ουιντιάν. Ακολουθεί μια χαμηλή ζώνη, στην οποία βρίσκονται μερικές οάσεις, από τις οποίες οι κυριότερες είναι εκείνες της Mαράντα, της Aουτζίλα, της Tζάλο και της Tζάραμπουμπ· στα Ν των οάσεων αυτών αρχίζει η λιβυκή έρημος, που αποτελείται στα Δ από μια ερημική χαλικώδη έκταση σερίρ και στα Α από μια αμμώδη ζώνη, οι οποίες σχηματίζουν ένα φράγμα στην πορεία προς το εσωτερικό. Έπειτα ακολουθεί ένα υψίπεδο έντονα θρυμματισμένο, από το οποίο παραμένουν μονάχα μεμονωμένα υψώματα με σχήμα θολωτό, επίπεδο ή μανιταριού. Ανάμεσα στα υψώματα αυτά του αρχαίου αναγλύφου περιλαμβάνεται μια λεκάνη ελλειπτικού σχήματος, που συγκεντρώνει τις οάσεις της Kούφρα. Ακόμα νοτιότερα, αρχίζει η κυρίως αμμώδης έρημος, που εκτείνεται έως τη βορειοανατολική πλευρά του ορεινού όγκου του Tιμπέστι, ενώ χαρακτηριστικό μορφολογικό στοιχείο αποτελούν τα μεμονωμένα ανάγλυφα του Τζαμπάλ ελ-Aουενάτ (1.893 μ.) και του Τζαμπάλ Aρκένου (1.453 μ.). Η Κυρηναϊκή συνεχίζεται προς τα Α από τη Mαρμαρική, ένα μονότονο και άγονο υψίπεδο περίπου 200 μ.
Οι κλιματικές συνθήκες είναι ποικίλες. Η ενδοχώρα της Βεγγάζης, η περιοχή της Nτέρνα, μια μικρή λωρίδα της Σύρτης και της Mαρμαρικής έχουν το κλίμα των παράκτιων περιοχών, με χειμερινές βροχοπτώσεις ικανοποιητικές για τις ανάγκες της γεωργίας, ενώ το άκρο του υψιπέδου που γειτνιάζει με τη θάλασσα δέχεται μεγαλύτερες ποσότητες βροχών (ακόμα και 600 χιλιοστά ετησίως). Το κλίμα στην πιο εσωτερική ζώνη είναι αρχικά προερημικό, και χαρακτηρίζεται από ακανόνιστες βροχές και υψηλές θερμοκρασίες, με έντονες ημερήσιες διακυμάνσεις, και κατόπιν γίνεται ερημικό, όπου οι ημερήσιες θερμοκρασίες είναι πολύ υψηλές και οι νυχτερινές μάλλον χαμηλές, ενώ οι βροχές πέφτουν γενικά κάθε 7-8 χρόνια.
Όσον αφορά την υδρογραφία, σημαντικό στοιχείο είναι το γεγονός ότι ο υδροκρίτης ανάμεσα στη Μεσόγειο και στις κλειστές λεκάνες του εσωτερικού της χώρας αποτελείται από το υψηλότερο τμήμα του Τζαμπάλ αλ-Aχντάρ, ενώ σε αντιστοιχία με τη Mαρμαρική ο υδροκρίτης αυτός απομακρύνεται αρκετά από τη θάλασσα. Το πιο γνωστό υδάτινο ρεύμα είναι ο Oυάντι Nτέρνα.
Η καρστική δομή του παράκτιου αναγλύφου παραχωρεί τη θέση της σε ένα περίπλοκο δίκτυο υπόγειων υδάτων, που μερικές φορές έρχονται στην επιφάνεια υπό μορφή πηγών. Στις ερημικές περιοχές, υπάρχουν υδάτινες φλέβες σε σχετικά μικρό βάθος, των οποίων όμως η περιεκτικότητα σε αλάτι είναι εξαιρετικά υψηλή, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανώφελη η όποια εκμετάλλευσή τους.
Στην παράκτια ζώνη διατηρούνται κατά μεγάλο μέρος οι μεσογειακές λόχμες, που στις υψηλότερες αναβαθμίδες του υψιπέδου είναι εξαιρετικά εκτεταμένες. Ευνοϊκές συνθήκες για τα δάση παρουσιάζονται κυρίως στις βαθιές κλεισώρειες, που έχουν χαραχτεί από τους ουιντιάν οι οποίοι διασχίζουν το κεντρικό Τζαμπάλ, επειδή είναι πιο υγρές και προστατεύονται από τους ανέμους. Στην εσωτερική πλευρά του Τζαμπάλ και στη Mαρμαρική, σε μικρή απόσταση από τη θάλασσα, αρχίζει η στέπα που, νοτιότερα, γίνεται πιο τραχιά και λιγοστεύουν τα διάφορα είδη. Τα επικρατέστερα φυτά είναι εκείνα που μπορούν να προσαρμοστούν στα αμμώδη εδάφη, στις θίνες και στα αλμυρά εδάφη. Παράλληλα με αυτά, φυτρώνουν και φυτά σουδανικής προέλευσης (όπως η ακακία η στρεπτή), τα οποία προφανώς μεταφέρθηκαν εκεί από τους ανέμους.
Η περιοχή της Φεζάν. Η τρίτη ιστορική ενότητα της Λ., η Φεζάν, ανήκει εξ ολοκλήρου στο σαχαριανό περιβάλλον. Στα Β, ένα αρκετά ευκρινές μορφολογικά σύνορο αποτελείται από τη Xαμάντα ελ-Xάμρα, εκτεταμένο βραχώδες υψίπεδο, κοκκινωπού χρώματος, γυμνό και ερημικό. Στα Α, αντίθετα, υπάρχει ένα βαθύπεδο πλούσιο σε νερά, όπου βρίσκονται οι οάσεις της Tζόφρα. Το βαθύπεδο αυτό και ένα άλλο, διατεταγμένο υπό την έννοια των μεσημβρινών, που διασχίζεται από τον κυριότερο δρόμο ο οποίος συνδέει την Γκίμπλα με τη Φεζάν, ορίζουν τα ηφαιστειακά ανάγλυφα του Τζαμπάλ ες-Σοντάια και των Xαρούγκ (Xαρούγκ ελ-Aσουέντ, Xαρούγκ ελ-Aμπιάντ), σχεδόν ακατοίκητες εκτεταμένες περιοχές.
Στα Ν της Xαμάντα ελ-Xάμρα επικρατεί η αμμώδης έρημος, που οι Τουαρέγκ την ονομάζουν εντεγίν ή ιντεχάν και οι Άραβες ράμλα ή εργκ. Αυτή διακόπτεται από τρεις σειρές βαθυπέδων οι οποίες κατευθύνονται από τα Δ προς τα Α και αποτελούν τη Φεζάν.
Στο νοτιοδυτικό άκρο του λιβυκού εδάφους, το τοπίο αλλάζει και πάλι όψη λόγω της εμφάνισης δύο συστημάτων αναγλύφων, του Aμσάχ Mελέτ και του Tαντράρτ, με μυτερές και πριονωτές κορυφές, δύσκολης προσπέλασης, που ξεπερνούν τα 1.000 μ. Στα Δ του Tαντράρτ, σε μια τραχιά ζώνη που τη διαρρέει ο Oυάντι Tενεζρούφτ, βρίσκεται το συγκρότημα των οάσεων της Γκατ.
Το κλίμα της Φεζάν παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του ερημικού κλίματος, το οποίο μετριάζεται από τη νυχτερινή δημιουργία των υδρατμών και από τις ομίχλες που διατηρούν κάποια υγρασία στα χαμηλά στρώματα της ατμόσφαιρας. Οι βροχές είναι εξαιρετικά σπάνιες και ξεσπούν απότομα, προκαλώντας μεγάλες καταστροφές, όπως η σφοδρή καταιγίδα που εκδηλώθηκε τον Ιανουάριο του 1939 και κατέστρεψε την πόλη Mουρζούκ. Η βλάστηση είναι σχεδόν ανύπαρκτη στη Xαμάντα ελ-Xάμρα και στην τεράστια αμμώδη έκταση του Iντεχάν Mουρζούκ, ενώ στις πιο χαμηλές ζώνες είναι αραιή και αποτελείται από ξηρόφιλα φυτά.Οι λαοί της ερήμου και των οάσεων. Οι λαοί που κατοικούν στην περιοχή Φεζάν αποτελούν ένα κράμα πολιτισμών της μεσογειακής και της κεντρικής Αφρικής. Από αυτούς, τρεις ανήκουν στον νομαδικό τύπο και είναι εκείνοι των Αράβων, των Tουαρέγκ και των Tεμπού. Ένας τέταρτος ανήκει στους αχάλι (= άνθρωποι του τόπου) ή Φεζανέζους, που ασχολούνται με τη γεωργία. Ενώ ο πολιτισμός αυτών των τελευταίων είναι ένα εξαιρετικά περίπλοκο προϊόν της ανάμειξης πολλών πολιτισμών (λιβυκο-βερβερικού, αραβικού, σουδανικού), ο πολιτισμός των νομάδων είναι, αντίθετα, εντελώς ιδιόμορφος, με ιδιαίτερα εθνολογικά χαρακτηριστικά.
Οι Tουαρέγκ χωρίζονται σε τρεις κοινωνικές τάξεις, όπως στις άλλες ζώνες της Σαχάρας: στους ευγενείς, στους υπηρέτες και στους δούλους. Η κοινωνική οργάνωσή τους είναι βασισμένη στο σύστημα των μεγάλων οικογενειών που περιλαμβάνουν τους απογόνους ενός κοινού γενάρχη. Στο εσωτερικό κάθε μεγάλης οικογένειας υπάρχουν διάφορες μικρές οικογένειες. Στη μεγάλη οικογένεια, τον σπουδαιότερο ρόλο παίζει η καταγωγή από την πλευρά της μητέρας, ενώ στη μικρή σπουδαιότερη είναι η καταγωγή από την πλευρά του πατέρα. Έτσι, οι τίτλοι ευγενείας και η ιδιότητα της μεγάλης οικογένειας προέρχονται από τη μητρική καταγωγή (από εδώ προέρχεται και η σπουδαιότητα που αποδίδεται στη γυναίκα).
Οι Tουαρέγκ Aτζέρ (που ζουν στην αλγερινή Σαχάρα) κατοικούν συνήθως σε σκηνές από κόκκινο δέρμα. Το άνοιγμα της σκηνής βλέπει πάντα στον νότο. Το εσωτερικό χωρίζεται σε δύο μέρη: αυτό που είναι στα αριστερά της πόρτας ανήκει στον άντρα, ενώ αυτό που βρίσκεται στα δεξιά χρησιμοποιείται από τη γυναίκα.
Οι άντρες ευγενείς φορούν σαλβάρια, είτε άσπρα είτε με ρίγες άσπρες και κόκκινες ή λουλακιές, και τρεις χιτώνες χωρίς μανίκια, σε διαφορετικό χρώμα. Ένα κομμάτι από μακρόστενο ύφασμα με ρίγες ή μονόχρωμο καλύπτει το κεφάλι και τους ώμους τους. Το χαρακτηριστικότερο ένδυμα των Tουαρέγκ είναι το πέπλο, δηλαδή μια λωρίδα σε χρώμα λουλακί ή μαύρο, μήκους δύο έως τριών μέτρων, που τυλίγεται γύρω από το πρόσωπο, αρχίζοντας από το μέτωπο και καλύπτοντας τη μύτη και το στόμα. Οι γυναίκες φορούν φούστα και επάνω από αυτήν δύο πολύ φαρδείς χιτώνες, ο πρώτος από άσπρο πανί, ο άλλος σε χρώμα μαύρο ή λουλακί. Επάνω από τους χιτώνες φορούν έναν κόκκινο μανδύα ή ένα είδος άσπρου σάρι από μαλλί ή βαμβάκι που το τυλίγουν γύρω από το σώμα τους. Το κεφάλι τυλίγεται με ένα μαύρο πέπλο που αφήνει ακάλυπτο το πρόσωπο.
Οι Tεμπού είναι νομάδες που ζουν σχεδόν αποκλειστικά από την κτηνοτροφία. Η κοινωνική οργάνωσή τους βασίζεται στο σύστημα της μεγάλης οικογένειας. Η μικρή οικογένεια είναι πατριαρχική και η εξουσία του αρχηγού είναι απόλυτη.Ο πληθυσμός της Λ. δεν είναι εθνολογικά ομοιογενής. Όπως και στην υπόλοιπη Βόρεια Αφρική, η κατάκτηση από τους Άραβες, που άρχισε τον 7ο αι. μ.Χ., προκάλεσε ριζικές εθνολογικές μεταβολές, ιδιαίτερα με την εισβολή των Mπενί Xιλάλ και των Mπενί Σουλαΐμ, οι οποίοι έθεσαν στο περιθώριο τους κυρίαρχους έως τότε βερβερικούς λαούς. Οι Βέρβεροι κατάφεραν να παραμείνουν στην Κυρηναϊκή (μοναδικός πυρήνας των Βερβέρων όπου ομιλείται ακόμα η βερβερική είναι η Aουτζίλα), ενώ στην Τριπολίτιδα αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις παράκτιες περιοχές, όπου εγκαταστάθηκαν οι Άραβες. Υποχωρώντας έτσι προς το εσωτερικό, κατέφυγαν στο Τζαμπάλ της Τριπολίτιδας, όπου επικρατούν μέχρι τις ημέρες μας, μοιρασμένοι σε πολυάριθμες φυλές. Ομάδες Βερβέρων επέζησαν επίσης στις οάσεις που βρίσκονται στις παρυφές της ερήμου, καθώς και μέσα στην έρημο.
Η εικόνα των τοπικών πληθυσμών ολοκληρώνεται με τις ομάδες των μαύρων που μετατοπίστηκαν από την περιοχή του Σουδάν ως σκλάβοι και παρέμειναν στη συνέχεια στα μεγαλύτερα αστικά κέντρα και στα περίχωρά τους, καθώς επίσης και στις οάσεις του εσωτερικού. Στη Λ. ζουν και μερικές ομάδες Tουαρέγκ και Tεμπού. Οι πρώτες βρίσκονται κυρίως στον Oυάντι ελ-Aτζάλ, Δ του Oυμπάρι, στον Oυάντι Έτμπα και στην κόγχη της Γκατ, ενώ μια βορειότερη ομάδα ζει στις παρυφές της όασης Γκανταμές. Από τους Tεμπού (που σύμφωνα με ορισμένους εθνολόγους συγγενεύουν με τους Αιθίοπες), η κυριότερη ομάδα βρίσκεται στον Oυάντι Xέκμα (Φεζάν), ενώ άλλοι ζουν κοντά στην όαση Kούφρα, όπου αποτελούσαν το αρχικό εθνολογικό υπόστρωμα πριν από την αραβική εισβολή. Σχετικά με τον αριθμό των κατοίκων της Λ. κατά τις προηγούμενες εποχές, ελάχιστα στοιχεία είναι γνωστά. Μόνο οι απογραφές που έκαναν οι Ιταλοί το 1931 και το 1936 έδωσαν ακριβέστερα στοιχεία για τον πληθυσμό. Η σημαντική αύξηση που σημειώθηκε τότε (704.000 κάτ. το 1931 και 848.000 το 1936) ήταν αποτέλεσμα κυρίως της μετανάστευσης Ιταλών γεωργών. Το ιταλικό στοιχείο έφτασε περίπου στο 15% του πληθυσμού της Λ. (πάνω από 112.000 άτομα το 1936), αλλά μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο μειώθηκε σημαντικά (20.000 άτομα το 1965), ιδιαίτερα μετά το 1970 όταν η ιταλική παροικία εγκατέλειψε σχεδόν μαζικά τη χώρα.
Σήμερα, παρατηρείται μεγάλη δημογραφική αύξηση (4,2% ετησίως την περίοδο 1970-74, 3,9% την περίοδο 1986-88, 2,4% το 2002). Έτσι, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της Λ. ήταν 3.772.600 κάτ. το 1988 (έτος τελευταίας επίσημης απογραφής) και έφτασε τα 4.700.000 κατ. το 1993, ενώ υπολογιζόταν σε 5.368.585 κατ. το 2002. Η πυκνότητα (3 κάτοικοι ανά τ. χλμ.), η οποία εμφανίζεται πολύ χαμηλή, δεν έχει ιδιαίτερη γεωγραφική σημασία, αφού στη Λ. ο πληθυσμός είναι συγκεντρωμένος σε ελάχιστες περιοχές. Πυκνοκατοικημένες είναι οι περιοχές που περιβάλλουν τις κυριότερες πόλεις (Τρίπολη και Βεγγάζη) με περισσότερους από 350 κατοίκους ανά τ. χλμ. Στην παράκτια ζώνη, η μέση πυκνότητα του πληθυσμού φτάνει τους 100 κατοίκους ανά τ. χλμ., ενώ στο Τζαμπάλ και στη Σύρτη πέφτει κάτω από τους 8 κατοίκους ανά τ. χλμ. Στις περιοχές της ερήμου, τέλος, η μόνιμη εγκατάσταση είναι εφικτή μόνο στις οάσεις. Σε αυτές καταφεύγουν οι νομαδικές και ημινομαδικές ομάδες που έχουν απομείνει.Ακόμα και σήμερα οι κατοικίες των Βερβέρων διαφέρουν ελαφρώς από εκείνες των Αράβων. Το ενδιαίτημα των Αράβων αποτελείται συνήθως από μια τετράγωνη ακάλυπτη αυλή, όπου η οικογένεια περνά το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας. Μέσα σε αυτήν την αυλή χτίζονται τα δωμάτια, αν το σπίτι είναι ισόγειο. Στην περίπτωση που υπάρχει όροφος, η πρόσβαση σε αυτόν γίνεται μέσω μιας σκάλας από την αυλή. Τα σπίτια έχουν ελάχιστα ανοίγματα και μόνο μερικά μικρά παράθυρα.
Τα σπίτια των Βερβέρων είναι αποκλειστικά ισόγεια και η είσοδος στην εσωτερική αυλή γίνεται μέσω μιας στοάς. Στο Τζαμπάλ, υπάρχουν ακόμα και σήμερα τρωγλοδυτικές κατοικίες, που παρέχουν εξαιρετική προστασία από το κρύο κατά τη διάρκεια του χειμώνα και από τη ζέστη κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού. Συνθέτουν συχνά ολόκληρα χωριά και αποτελούν αξιοθέατο στοιχείο του τοπίου. Στη συνηθέστερη μορφή τους διαθέτουν στο κέντρο τους μια τετράγωνη αυλή σκαμμένη στον βράχο, σε βάθος έως 20 μ., όπου φτάνει κανείς μέσα από μια μακριά στοά. Μερικές φορές, εξωτερικές ξύλινες σκάλες οδηγούν σε διαμερίσματα που βρίσκονται πιο ψηλά, σκαμμένα επίσης στον βράχο, και χρησιμεύουν ως αποθήκες για τα εργαλεία και τα τρόφιμα.Μολονότι οι πόλεις της Λ., εκτός από την Τρίπολη, είναι πολύ παλιές, δεν ήταν ιδιαίτερα σημαντικές ούτε κατά τη ρωμαϊκή εποχή ούτε μετά την κατάκτηση της χώρας από τους Άραβες. Η έννοια της πόλης ήταν ανέκαθεν ξένη προς τον τρόπο ζωής των κατοίκων της Λ., οι οποίοι ήταν ως επί το πλείστον νομάδες. Μόνο οι Ιταλοί έποικοι αξιοποίησαν εμπορικά τις δυνατότητες που προσέφεραν τα παράκτια αστικά κέντρα. Ωστόσο, μετά την ανεξαρτησία της χώρας, προωθήθηκε η ανάπτυξη των πόλεων (Τρίπολη, Βεγγάζη και Αζ-Ζαουία). Πιο πρόσφατα, συνέτειναν στη δημιουργία αστικών κέντρων οι κοινωνικοοικονομικές μεταβολές που προκλήθηκαν από την ανακάλυψη κοιτασμάτων πετρελαίου. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις, στις πόλεις ζει σήμερα το 70,2% του πληθυσμού της Λ.Στις αρχές της δεκαετίας του 1950, η οικονομία της χώρας ήταν τόσο αδύναμη, που το κατά κεφαλήν ετήσιο εισόδημα ήταν από τα χαμηλότερα στον κόσμο. Η οικονομική εξέλιξη της Λ. πέρασε από ορισμένα στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, από το 1951 έως το 1955, η γεωργία αποτελούσε ακόμα τη μοναδική πηγή εισοδήματος των κατοίκων. Κατά το δεύτερο στάδιο, από το 1956 έως το 1960, η ανακάλυψη των κοιτασμάτων πετρελαίου και οι έρευνες των ξένων εταιρειών για την εξεύρεση κοιτασμάτων ορυκτών στο υπέδαφος προκάλεσαν κρίση στη γεωργία και υπερτροφική ανάπτυξη του τριτογενούς τομέα. Οι εισαγωγές αύξαναν και μεγάλωνε το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου. Σε ένα τρίτο στάδιο, από το 1961 έως το 1969, η γεωργία ατόνησε και μετατράπηκε σε ασήμαντο τομέα της οικονομίας της Λ. Παράλληλα, εντατικοποιήθηκε σταδιακά η παραγωγή και η εξαγωγή πετρελαίου.
Μετά την ανακήρυξη της δημοκρατίας το 1969, οι αρχές της Λ. προσπάθησαν να αποδεσμεύσουν την οικονομία της χώρας από τη στενή της εξάρτηση από το πετρέλαιο, αλλά η προσπάθεια για πολυμορφία της οικονομίας αντιμετώπισε πολλές δυσκολίες, εξαιτίας του μάλλον χαμηλού επιπέδου στην τεχνολογία (εκτός του τομέα που αφορούσε την παραγωγή πετρελαίου) και, κυρίως, εξαιτίας της έλλειψης εργατικού δυναμικού και εξειδικευμένων τεχνικών. Παράλληλα, στην προσπάθειά της να βρει μια «τρίτη σοσιαλιστική θεωρία» μεταξύ της καπιταλιστικής και της κομουνιστικής, η Λ. συνειδητοποίησε ότι ήταν μια χώρα πλούσια σε πλουτοπαραγωγικές πηγές, ωστόσο ανίκανη να τις εκμεταλλευτεί. Το καθεστώς αντιμετώπισε στη συνέχεια (1975-85) την έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης με την πολιτική των μαζικών επενδύσεων και με ορισμένους πειραματικούς σχεδιασμούς που αποσκοπούσαν στην εκ βάθρων αλλαγή της φυσιογνωμίας ολόκληρων περιοχών. Το σχέδιο ανάπτυξης για την περίοδο 1973-75 έθετε 60 μεγάλους στόχους και διάφορα σχέδια επένδυσης, κόστους περίπου 2.100 εκατ. δηναρίων. Ανάμεσα στις επενδύσεις, την πρώτη θέση κατείχε η γεωργία. Αντικειμενικός σκοπός ήταν η εξάλειψη του ελλείμματος της χώρας σε είδη διατροφής και ο περιορισμός των εισαγωγών, καθώς και ο εξορθολογισμός της αγροτικής παραγωγής. Η γενικότερη πολιτική, όμως, που υιοθετήθηκε από τη Λ. οδήγησε στην απομόνωση της χώρας και στην επιβολή οικονομικών μέτρων εναντίον της, τα οποία ανέστειλαν την οικονομική της ανάπτυξη.
Έτσι, η οικονομία της Λ. άρχισε πλέον να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, κυρίως ύστερα από το 1992, όταν ο OHE αποφάσισε να επιβάλει εμπάργκο στις πωλήσεις πετρελαίου της Λ. Η εξάρτηση, σε μεγάλο βαθμό, της οικονομίας της χώρας από τις πωλήσεις πετρελαίου οδήγησε σε οικονομική ύφεση. Το πετρέλαιο, το φυσικό αέριο και ορισμένα άλλα ορυκτά (σίδηρος, κάλιο, μαγνήσιο κλπ.) αποτελούν τη βάση της οικονομίας της Λ. Η αυταρχική διακυβέρνηση της χώρας από τον Mουαμάρ Καντάφι, η εμπλοκή του κατά περιόδους σε έντονες αντιπαραθέσεις τόσο με τις HΠA όσο και με γειτονικές χώρες, καθώς και οι κατηγορίες εναντίον του καθεστώτος Καντάφι ότι υποθάλπει τη διεθνή τρομοκρατία δεν επιτρέπουν στους ξένους επενδυτές να συνάψουν εμπορικές συμφωνίες με τη Λ., με την οποία διατηρούσαν στο παρελθόν άριστες σχέσεις.
Το 2001, το AEΠ της χώρας ανήλθε περίπου σε 40.000 εκατ. δολάρια και το κατά κεφαλήν εισόδημα σε 7.600 δολάρια, από τα υψηλότερα στην αφρικανική ήπειρο. Στον τομέα της βιομηχανίας απασχολείται το μεγαλύτερο μέρος του εργατικού δυναμικού (περίπου το 47%), ενώ στον γεωργικό τομέα μόνο το 7% (1997). H ενέργεια παράγεται από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Ο πληθωρισμός υπολογίζεται γύρω στο 13,6% (2001) και η ανεργία στο 30% (1988). Η προσπάθεια του Καντάφι να μεταφέρει νερό από τη Σαχάρα (υπόγειος υδάτινος πλούτος της ερήμου) στις άγονες περιοχές της Λ., με σκοπό τη δημιουργία καλλιεργήσιμων εκτάσεων, δεν έχει αποφέρει ακόμα το επιθυμητό αποτέλεσμα. Παράλληλα, το καθεστώς είναι ευνοϊκό ως προς την ιδιωτικοποίηση των κρατικών επιχειρήσεων, αλλά κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει, εξαιτίας της αρνητικής στάσης που υιοθετούν οι δυτικές κυβερνήσεις απέναντι στη Λ. Μόνο ένα πολύ μικρό μέρος του εδάφους της Λ. (1,1%) καλύπτεται από αρόσιμες και θαμνώδεις καλλιέργειες. Υπολογίζεται ότι από τα 110 εκατ. στρέμματα εκμεταλλεύσιμης γης, μόνο τα 30 εκατ. (από τα οποία τα 5/6 στην Τριπολίτιδα) προσφέρονται για καλλιέργειες, ενώ τα υπόλοιπα 80 εκατ. είναι λιβάδια και κυρίως βοσκότοποι. Ελάχιστα επίσης είναι και τα δάση, τα οποία καλύπτουν το 0,4% της συνολικής επιφάνειας της Λ. Περίπου το 9% της συνολικής επιφάνειας της χώρας είναι ουσιαστικά ανεκμετάλλευτο, τουλάχιστον ως προς τη γεωργική παραγωγή.
Το κριθάρι (κυρίως) και το σιτάρι είναι οι σημαντικότερες καλλιέργειες και αυτό επειδή δεν απαιτούν μεγάλες ποσότητες νερού. Μέτρια είναι η παραγωγή σε πατάτες και αραχίδες, καθώς επίσης και σε ντομάτες, καρπούζια και καπνό. Από τις ξυλώδεις καλλιέργειες, σημαντική θέση κατέχει η ελιά. Καλές προοπτικές παρουσιάζει η καλλιέργεια οπωροφόρων (βερίκοκα, δαμάσκηνα, σύκα, ροδάκινα). Η Λ. έχει περίπου 3 εκατ. φοίνικες, αλλά μέτρια παραγωγή σε χουρμάδες, που αποτελούν και τη βασική τροφή των κατοίκων του Φεζάν. Από τους χουρμάδες εξάγεται επίσης οινόπνευμα και παρασκευάζεται σιρόπι.
Η Λ. είναι από τις φτωχότερες σε δάση χώρες του κόσμου και αυτός είναι ο λόγος που εισάγει σημαντικές ποσότητες ξυλείας ετησίως. Εξάλλου, ο άνεμος που φυσά από τη Σαχάρα μετακινεί τους αμμόλοφους και καλύπτει τα φυτώρια, στα οποία επίσης ζημιές προκαλούν τα πρόβατα. Η κυβέρνηση έχει ιδρύσει μια δασική σχολή για την εκπαίδευση τεχνικού προσωπικού και έχει ξεκινήσει ένα μεγάλο έργο για την αναδάσωση και τη στερέωση των αμμόλοφων. Έτσι, το 1992, η Λ. παρήγαγε 646.000 κ.μ. ξυλείας.Με την κτηνοτροφία ασχολούνται κυρίως οι νομάδες και οι ημινομάδες. Ο αριθμός των εκτρεφόμενων ζώων ποικίλλει πολύ από χρόνο σε χρόνο και είναι συνάρτηση των καιρικών συνθηκών (μεγαλύτερη ή μικρότερη ξηρασία). Πολύ περισσότερα είναι τα αιγοπρόβατα (5,1 εκατ. πρόβατα και 2 εκατ. αιγοειδή το 2001). Ο αριθμός των βοοειδών αυξήθηκε τα τελευταία χρόνια (220.000), ενώ αντίθετα μειώνεται διαρκώς ο αριθμός των δρομάδων (72.000). Το ίδιο συμβαίνει και με τα άλογα και τα γαϊδούρια, των οποίων ο αριθμός, εξαιτίας της όλο και μεγαλύτερης χρήσης αυτοκινήτων και γεωργικών μηχανημάτων, έχει μειωθεί αισθητά.
Η θάλασσα είναι αρκετά πλούσια σε ψάρια κοντά στις ακτές, αλλά οι Λίβυοι δεν ασχολούνται πολύ με την αλιεία. Την πρώτη θέση πάντως σε αυτόν τον τομέα κατέχει η αλιεία του τόνου, όπου οι ρυθμοί ανάπτυξης είναι αρκετά σημαντικοί. Στην Κυρηναϊκή, αντίθετα, την πρώτη θέσει κατέχει η σπογγαλιεία, που γίνεται κυρίως στον κόλπο της Σύρτης και στον κόλπο της Mπόμπα.Από την αρχαιότητα έως την αραβική κατάκτηση. Οι περιοχές που σχηματίζουν το σημερινό κράτος της Λ., η Τριπολίτιδα, η Κυρηναϊκή και η Φεζάν, δεν αποτελούσαν στην αρχαιότητα πολιτική ενότητα. Οι Φοίνικες ίδρυσαν αρχικά αποικίες στην ακτή της Τριπολίτιδας, οι οποίες κατακτήθηκαν από τους Καρχηδονίους τον 6ο αι. π.Χ. και αργότερα έγιναν μέρος της ρωμαϊκής επαρχίας της Αφρικής. Η Κυρηναϊκή (βλ. λ.), έπειτα από μια περίοδο ανεξαρτησίας, έγινε μέρος της Αιγύπτου των Πτολεμαίων και αργότερα αποτέλεσε τη ρωμαϊκή επαρχία της Κυρηναϊκής. Η Φεζάν, κατοικημένη από τους Γαράμαντες με πρωτεύουσα τη Γαράμα, κατακτήθηκε από τους Ρωμαίους τον 2ο αι. π.Χ. και ονομάστηκε Φεζανία. Μετά την καταστροφή της Καρχηδόνας από τους Ρωμαίους (146 π.Χ.), η Τριπολίτιδα εγκαταλείφθηκε στην κυριαρχία των βασιλέων της Νουμιδίας και προσαρτήθηκε στην επαρχία της Αφρικής μόνο στη διάρκεια των εμφύλιων πολέμων. Μέρος της ανθυπατικής Αφρικής υπό τον Αύγουστο, η Τριπολίτιδα έγινε ιδιαίτερη επαρχία επί Διοκλητιανού, με την ονομασία Tριπολιτική Νουμιδία.
Ενώ ολόκληρη η μεσογειακή ακτή της Αφρικής, Δ από τον κόλπο της Σύρτης, αποικήθηκε από τους Φοίνικες, η ακτή Α από τον κόλπο αυτόν αποικήθηκε από τους Έλληνες που ίδρυσαν εκεί πολλά κέντρα, από τα οποία ξεχώρισαν η Κυρήνη (631 π.Χ.), η Tευχείρα, η Απολλωνία, οι Eυεσπερίδες (η σημερινή Βεγγάζη) και η Bάρκη. Η περιοχή όπου τελικά κυριάρχησε η Kυρήνη ονομάστηκε Πεντάπολη. Κυρηναϊκή είναι η ρωμαϊκή της ονομασία, ενώ οι Έλληνες αρχικά την ονόμαζαν Λ.
Στο τέλος του 6ου αι. π.Χ., η Κυρηναϊκή περιήλθε στην περσική επιρροή και ύστερα στην επιρροή του ελληνιστικού βασιλείου της Αιγύπτου. Στους αγώνες για τη δυναστεία ανάμεσα στον Πτολεμαίο ΣΤ’ τον Φιλομήτορα και στον Πτολεμαίο H’ ή Ευεργέτη Β’, ο πρώτος απέσπασε την Κυρηναϊκή και ο δεύτερος την Αίγυπτο. Έπειτα, το 117 π.Χ., με τον θάνατο του Ευεργέτη Β’, αποσχίστηκε από την Αίγυπτο και δόθηκε στον Πτολεμαίο τον Aπίωνα. Ο τελευταίος, που πέθανε χωρίς απογόνους, την κληροδότησε στη Ρώμη, η οποία για είκοσι χρόνια σεβάστηκε την ελευθερία της και μόνο το 75 π.Χ. την έκανε ρωμαϊκή επαρχία. Μετά τον θάνατο του Ιουλίου Καίσαρα, η ρωμαϊκή Γερουσία παραχώρησε την Κυρήνη στον Κάσσιο. Το 36 π.Χ., ο Αντώνιος την παραχώρησε ως προίκα στην κόρη που είχε αποκτήσει με την Κλεοπάτρα. Το 26 π.Χ., αφού έγινε και πάλι επαρχία υπό τον Αύγουστο, ενώθηκε με την επαρχία της Κρήτης υπό την ονομασία Κυρήνη. Ο Διοκλητιανός την ένωσε με την Αίγυπτο, σχηματίζοντας έτσι την επαρχία της Άνω Λ. μαζί με τμήμα της Κάτω Λ. Μετά την εκδίωξη των Βανδάλων από την Αφρική (534 μ.Χ.), ο Ιουστινιανός φαίνεται ότι την ένωσε σε μια επαρχία με την Τριπολίτιδα. Ως τμήμα του εξαρχάτου της Αιγύπτου, είχε την ίδια τύχη με αυτό. Κατακτήθηκε δηλαδή πρώτα από τους Πέρσες (616 μ.Χ.) και κατόπιν από τους Άραβες (642 μ.Χ.).
Από την αραβική κατάκτηση έως την τουρκική κυριαρχία. Προερχόμενοι από την Αίγυπτο, οι Άραβες εμφανίστηκαν στην Κυρηναϊκή και στην Τριπολίτιδα από το 642 μ.Χ., αλλά η οριστική κατοχή του εδάφους πραγματοποιήθηκε μόνο ανάμεσα στο 669 και στο 675, με την εκστρατεία του Όκμπα ιμπν Nάφι. Η σαρωτική αραβική εξάπλωση διέλυσε κάθε αντίσταση των Βερβέρων, οι οποίοι ασπάστηκαν τον ισλαμισμό προσχωρώντας ωστόσο στην αίρεση των χαριτζιτών, που είχε διαδοθεί στις αρχές του 8ου αι. στη Βόρεια Αφρική.
Έπειτα από μια ταραγμένη περίοδο εξεγέρσεων και καταστολών, στις αρχές του 9ου αι. μ.Χ., η ανεξάρτητη δυναστεία των Αγλαβιδών (που είχε επιβληθεί στο έδαφος της σημερινής Τυνησίας) εξάπλωσε την επιρροή της έως την Τρίπολη και την παράλια περιοχή της, ενώ ο έλεγχος της ενδοχώρας παρέμεινε στα χέρια των βερβερικών ομάδων. Τους Aγλαβίδες διαδέχθηκαν το 909 οι αιρετικοί Φατιμίδες που ήρθαν από την Ανατολή.
Προς το τέλος του 10ου αι. επικράτησε στην Τρίπολη η οικογένεια των Mπανού Xαζρούν, οι οποίοι κυβέρνησαν την πόλη για μισό αιώνα. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, εκδηλώθηκε ένα σημαντικότατο γεγονός στην ιστορία της βόρειας Αφρικής: η εισβολή (1050) των αραβικών φυλών των Mπενί Σουλαΐμ και των Mπενί Xιλάλ, που επιτάχυναν τον εξαραβισμό της χώρας.
Το πρώτο μισό του 12ου αι., οι Νορμανδοί άρχισαν να εξαπλώνονται στις αφρικανικές ακτές. Το 1143, αφού κατέλαβαν την Tζέρμπα, επιχείρησαν να κατακτήσουν την Τρίπολη. Τρία χρόνια αργότερα, ο στόλος των Νορμανδών κυρίευσε την πόλη, από την οποία εκδιώχθηκαν (1158) από μια λαϊκή εξέγερση. Η πόλη περιήλθε τότε στην κυριαρχία των Αλμοαδών, μια νέα δυναστεία βερβερικής καταγωγής, η οποία από το Μαρόκο είχε επεκτείνει την κυριαρχία της στη βόρεια Αφρική. Οι Aλμοάδες ανέθεσαν τη διοίκηση του ανατολικού τμήματος του εδάφους που εξουσίαζαν, μαζί με την Τυνησία και την Τριπολίτιδα, στην οικογένεια των Xαφσιδών, με έδρα την Τύνιδα. Στη διάρκεια του 15ου αι., εξασθένησε η επιρροή των Xαφσιδών στην Τρίπολη και εντάθηκαν οι σχέσεις ανάμεσα στους Οθωμανούς Τούρκους και στην Τριπολίτιδα, στα παράλια κέντρα της οποίας βρήκαν καταφύγιο οι Τούρκοι και οι Λεβαντίνοι πειρατές.
Μια νέα περίοδος στην ιστορία της Λ. άρχισε με την κατάκτηση της Τρίπολης από τους Ισπανούς, τον Ιούλιο του 1510, που πραγματοποιήθηκε από τον κόμη Πέντρο Nαβάρο. Όμως, το βάρος από τη συνεχή υπεράσπιση της Τρίπολης ήταν τόσο ώστε η ισπανική κυβέρνηση αποφάσισε να την παραχωρήσει (1530) στους Ιωαννίτες Ιππότες της Ρόδου, οι οποίοι τον ίδιο χρόνο απέκτησαν και τον έλεγχο της Μάλτας.
Τον Αύγουστο του 1551, ο οθωμανικός στόλος εμφανίστηκε στην Τρίπολη και την πολιόρκησε. Η άμυνα ήταν ασθενής και στις 14 Αυγούστου το οχυρό έπεσε. Με την τουρκική κατάκτηση (1551) η Τρίπολη έγινε ορμητήριο των Οθωμανών κουρσάρων εις βάρος των χριστιανικών εθνών. Η οθωμανική ηγεμονία, που διήρκεσε μέχρι το 1911, ασκήθηκε από τους πασάδες τους οποίους έστελνε εκεί η Κωνσταντινούπολη.
Από τις αρχές του 18ου αι., η εξουσία στην Τρίπολη παραχωρήθηκε κληρονομικά στην οικογένεια των Kαραμανλήδων. H δυναστεία ιδρύθηκε το 1711 από τον Αχμέτ, ο οποίος ανακηρύχθηκε πασάς από τον Τούρκο σουλτάνο. Η μακρά περίοδος διακυβέρνησης της οικογένειας των Kαραμανλήδων διακόπηκε για λίγο (1793-95), όταν ένας τυχοδιώκτης έγινε κύριος της πόλης. Οι Kαραμανλήδες, που κατέφυγαν στην Τυνησία, κατόρθωσαν το 1795 να ξαναχτίσουν την Τρίπολη, αλλά δεν τη διατήρησαν για πολύ. Το 1835, με πρόταση του Λονδίνου, που ανησυχούσε μήπως η Γαλλία κατακτούσε και την Τρίπολη μετά την Αλγερία (1830), η οθωμανική κυβέρνηση επενέβη δυναμικά και αποκατέστησε την απευθείας ηγεμονία της στην Τρίπολη και στην Κυρηναϊκή.
Η ιταλική κυριαρχία. Μετά τη γαλλική επέμβαση στην Τυνησία (1881), η Ιταλία έστρεψε την προσοχή της στις οθωμανικές επαρχίες της βόρειας Αφρικής (Τριπολίτιδα και Κυρηναϊκή). Το 1911, όταν η Γαλλία, ύστερα από κοινή συμφωνία με τη Γερμανία, ετοιμαζόταν να επιβάλει προτεκτοράτο στο Μαρόκο, η ιταλική κυβέρνηση αποφάσισε να δράσει και να καταλάβει τη Λ. Έτσι, στις 29 Σεπτεμβρίου του ίδιου έτους κηρύχθηκε πόλεμος. Η διεξαγωγή των επιχειρήσεων ήταν αρχικά εύκολη. Στις 5 Οκτωβρίου κατελήφθησαν η Τρίπολη και το Tομπρούκ και στη συνέχεια η Nτέρνα, η Βεγγάζη και η Xομς.
Η σύρραξη με την Τουρκία, που είχε επεκταθεί στο Αιγαίο με την κατάληψη της Δωδεκανήσου από τους Ιταλούς, τερματίστηκε με τη συνθήκη του Oυσί (17 Οκτωβρίου 1912), αλλά οι στρατιωτικές επιχειρήσεις συνεχίστηκαν κατά των αραβικών δυνάμεων στις οποίες είχαν παραμείνει και ορισμένοι Οθωμανοί αξιωματικοί.
Μόνο τις παραμονές του Α’ Παγκόσμιου πολέμου παγιώθηκε η ιταλική εξουσία στην Τριπολίτιδα και σε ένα μέρος της Κυρηναϊκής το οποίο ελεγχόταν κυρίως από την ηγεμονική δυναστεία των Σενούσι, αλλά ήδη από τον Νοέμβριο του 1914 οι κινητοποιήσεις των Aραβο-βερβέρων, που λάμβαναν βοήθεια από το εξωτερικό, ιδιαίτερα από τη Γερμανία, έγιναν πιο έντονες. Οι ιταλικές αρχές αναγκάστηκαν πολύ γρήγορα να αποσύρουν μεγάλο μέρος των στρατευμάτων τους από τη Λ. και αποφάσισαν τη σύμπτυξη των ιταλικών θέσεων, περιορίζοντας την κατοχή τους στα άμεσα περίχωρα της Τρίπολης και στην παράκτια βάση της Xομς. Οι πολλαπλές επαφές ανάμεσα στις ιταλικές αρχές και στους διάφορους εκπροσώπους της μουσουλμανικής αντίστασης οδήγησαν σε μια συμφωνία με τους Σενούσι, τη λεγόμενη modus vivendi της Aκρόμα (14 Απριλίου 1917), με βάση την οποία οι Σενούσι εξασφάλισαν μεγάλες παραχωρήσεις.
Στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η ιταλική κυβέρνηση άσκησε φιλελεύθερη πολιτική, αλλά με την άνοδο του κυβερνήτη Bόλπι (1921) εγκατέλειψε κάθε πολιτική παραχωρήσεων και με έντονες στρατιωτικές επιχειρήσεις ανέκτησε τον έλεγχο όλης της Τριπολίτιδας. Παράλληλα, στην Κυρηναϊκή νικήθηκαν (από το 1923 έως το 1931) οι δυνάμεις των Σενούσι. Η Φεζάν επίσης ανακατελήφθη εκείνα τα χρόνια και έγινε τμήμα της μεσημβρινής Τριπολίτιδας. Το 1929, με την ενοποίηση της Τριπολίτιδας και της Κυρηναϊκής υπό τον ίδιο γενικό κυβερνήτη, ξεκίνησε ένα ευρύ πρόγραμμα αστικής οργάνωσης και οικονομικής ενίσχυσης.
Από την κατάκτηση της ανεξαρτησίας στην ανακήρυξη της δημοκρατίας. Με την είσοδο της Ιταλίας στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Ιούνιο του 1940, η Λ. έγινε το θέατρο σκληρών πολεμικών επιχειρήσεων. Μετά το τέλος του πολέμου και βάσει της συνθήκης ειρήνης που υπογράφηκε στις 10 Φεβρουαρίου 1947, η Ιταλία παραιτήθηκε από κάθε δικαίωμα στη Λ. όπως και στα άλλα πρώην αποικιακά της εδάφη. Για να αποφασίσουν σχετικά με το μελλοντικό καταστατικό χάρτη των εδαφών αυτών, οι Σύμμαχοι επιφυλάχθηκαν για έναν ακόμα χρόνο από την ημέρα που η συνθήκη άρχισε να ισχύει (15 Σεπτεμβρίου 1947). Η προθεσμία πέρασε χωρίς να έχουν καταλήξει σε κάποια συμφωνία και το ζήτημα κατέληξε στη Γενική Συνέλευση του OHE, η οποία, στις 21 Νοεμβρίου 1949, αποφάσισε την πλήρη ανεξαρτησία της Λ. μέχρι το 1952. Η ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Βασιλείου της Λ. έγινε στις 24 Δεκεμβρίου 1951. Η εθνοσυνέλευση είχε ορίσει βασιλιά τον Σενούσι Mοχάμετ Iντρίς και είχε εγκρίνει, στις 7 Οκτωβρίου, το σύνταγμα που κατέστησε τη Λ. ομοσπονδιακό βασίλειο, αποτελούμενο από την Τριπολίτιδα, την Κυρηναϊκή και τη Φεζάν. Το νέο κράτος ωστόσο, μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, παρουσίαζε εξαιρετικά αδύναμη οικονομία. Η εξωτερική οικονομική βοήθεια ήταν απαραίτητη. Τον Ιούλιο του 1953, μια εικοσαετής συνθήκη συμμαχίας με τη Μεγάλη Βρετανία, που είχε διατηρήσει στη χώρα σημαντικές στρατιωτικές βάσεις, εξασφάλιζε στη Λ. αξιόλογα ετήσια έσοδα. Ανάλογη εικοσαετής συνθήκη υπογράφηκε με τις HΠA (1954), που δημιούργησαν στη Λ. μια από τις μεγαλύτερες αεροπορικές τους βάσεις. Παραχωρήσεις για τη χρήση αεροδρομίων έγιναν και προς όφελος της Γαλλίας με τη συνθήκη του Αυγούστου του 1955, η οποία καθόρισε την αποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων από τη Φεζάν, ενώ τα πολυάριθμα εκκρεμή ζητήματα ανάμεσα στην Ιταλία και στη Λ. διευθετήθηκαν με τη συνθήκη του Οκτωβρίου του 1956, η οποία αναγνώριζε τις ιταλικές αποικίες που είχαν παραμείνει στην Τριπολίτιδα. Η Λ., που τον Μάρτιο του 1953 είχε προσχωρήσει στον Αραβικό Σύνδεσμο και το 1955 είχε γίνει μέλος του OHE, ενίσχυε προοδευτικά τις διεθνείς της σχέσεις, μεταξύ άλλων με τη σύναψη διπλωματικών σχέσεων με την ΕΣΣΔ (Ιανουάριος 1955), με μια εμπορική συμφωνία με την Αίγυπτο (Μάιος 1956) και με συνθήκη φιλίας με την Τυνησία (Ιανουάριος 1957).
Ανάμεσα στα έτη 1957 και 1959, οι ανακαλύψεις κοιτασμάτων πετρελαίου μετέβαλαν εντελώς την οικονομική κατάσταση της χώρας, με σοβαρές επιπτώσεις τόσο στο πολιτικό όσο και στο κοινωνικό πεδίο.
Ο βασιλιάς Iντρίς ανατράπηκε, με την αναίμακτη επανάσταση της 1ης Σεπτεμβρίου 1969, από νεαρούς εθνικιστές αξιωματικούς, με επικεφαλής τον τότε υπολοχαγό Mουαμάρ αλ-Καντάφι, οι οποίοι και ανακήρυξαν τη Λιβυκή Αραβική Δημοκρατία. Το 1970, κατόπιν συμφωνιών με το νέο καθεστώς, καταργήθηκαν οι βρετανικές και οι αμερικανικές βάσεις στη Λ. Το 1973, ο –συνταγματάρχης πλέον– Καντάφι κήρυξε την πολιτιστική επανάσταση, με τον σχηματισμό λαϊκών επιτροπών, προσπαθώντας να εισαγάγει ένα ιδιόμορφο σύστημα άμεσης δημοκρατίας. Από το 1976 και έπειτα, ο μοναδικός πολιτικός σχηματισμός εν ενεργεία στη Λ. είναι το γενικό λαϊκό συνέδριο, το οποίο, στις αρχές του 1977, υιοθέτησε την πρόταση του Καντάφι και ονόμασε τη χώρα Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Tζαμαχιρία (= δημοκρατία των μαζών). Η εξουσία τυπικά αποδόθηκε στον λαό μέσω των λαϊκών συνεδρίων και των λαϊκών επιτροπών. Ο ίδιος ο Καντάφι αποποιήθηκε κάθε αξίωμα, ενώ διατήρησε τον τίτλο του ηγέτη της επανάστασης. Από τον Μάρτιο του 1979, αναδιοργανώθηκε πλήρως το σύστημα διακυβέρνησης του γενικού λαϊκού συνεδρίου. Ήδη από την περίοδο αυτή δημιουργήθηκαν, κυρίως στο εξωτερικό, οι πρώτες αντιπολιτευτικές οργανώσεις κατά του καθεστώτος Καντάφι. Μία από αυτές προσπάθησε να τον ανατρέψει το 1984, αλλά δεκαπέντε μέλη της σκοτώθηκαν σε επίθεση εναντίον της κατοικίας του Λίβυου ηγέτη.
Το 1988, σε μια προσπάθεια να αντιμετωπίσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια και τις διεθνείς επικρίσεις, ο Καντάφι εισήγαγε ορισμένες πολιτικές και οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Στην εξωτερική πολιτική, υιοθέτησε μια πιο πραγματιστική προσέγγιση στις σχέσεις του με τις αραβικές χώρες, ενώ στο εσωτερικό ενίσχυσε την ιδιωτική πρωτοβουλία, έδωσε αμνηστία στους πολιτικούς κρατούμενους και επέτρεψε τα ταξίδια στο εξωτερικό. Κατά την ίδια περίοδο, ο Καντάφι ανακοίνωσε φιλόδοξα σχέδια για τη μετατροπή του στρατού σε «φρουρούς του λαού» και σε «λαϊκές επιτροπές άμυνας», ενώ το 1989 ανακοίνωσε την κατάργηση όλων των κρατικών ιδρυμάτων, καθώς και της κρατικής υπηρεσίας πληροφοριών. Παρά τις πολιτικές μεταρρυθμίσεις και την οικονομική φιλελευθεροποίηση, τον Φεβρουάριο του 1989 έγιναν αντικυβερνητικές διαδηλώσεις στην Τρίπολη, ενώ εμφανίστηκαν για πρώτη φορά φανατικοί ισλαμιστές που συγκρούστηκαν με τις δυνάμεις ασφαλείας.
Ο πόλεμος με το Τσαντ. Με τον Καντάφι, η Λ. διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στις εξελίξεις του αραβικού κόσμου. Πολλά σχέδια για την αραβική ενότητα είχαν την αφετηρία τους στη Λ. και το 1972 συγκροτήθηκε η βραχύβια Ομοσπονδία των Αραβικών Δημοκρατιών από τη Λ., την Αίγυπτο και τη Συρία. Στη συνέχεια, υπήρξαν ανεπιτυχείς απόπειρες ένωσης με την Αίγυπτο, την Τυνησία, τη Συρία και το Τσαντ. Οι σχέσεις της Λ. με την Αίγυπτο επιδεινώθηκαν όταν ο τότε Αιγύπτιος ηγέτης Σαντάτ υπέγραψε συμφωνία με το Ισραήλ και η Λ. οργάνωσε μια διάσκεψη των αραβικών χωρών του μετώπου της απόρριψης.
Η Λ. κατηγορήθηκε ότι χρηματοδοτούσε ή κατηύθυνε ανατρεπτικά κινήματα σε πολλές αφρικανικές χώρες, και ιδιαίτερα στο Τσαντ. Ο Καντάφι βοήθησε τον πρόεδρο του Τσαντ Γκουκούνι Oυεντέι, στέλνοντας δέκα χιλιάδες στρατιώτες στο Τσαντ, αλλά το 1981 ο Oυεντέι ζήτησε την αποχώρησή τους. Το 1982, ο νέος πρόεδρος του Tσαντ, Xισέν Xαμπρέ, κατήγγειλε τη Λ. και ζήτησε τη βοήθεια της Γαλλίας, η οποία έστειλε στρατιωτικές δυνάμεις στο Τσαντ. Ωστόσο, τον Σεπτέμβριο του 1984, η Γαλλία και η Λ. συμφώνησαν για την αμοιβαία αποχώρηση των δυνάμεών τους. Το 1986, ξέσπασαν νέες συγκρούσεις στο Τσαντ και τον επόμενο χρόνο οι δυνάμεις του Xαμπρέ κατέλαβαν την αμφισβητούμενη λωρίδα του Αούζου (η οποία από το 1973 αποτέλεσε σημείο διένεξης μεταξύ Λ. και Τσαντ) Β του Τσαντ. Δυνάμεις του Τσαντ βομβάρδισαν βάσεις μέσα στη Λ., αλλά τελικά οι δύο χώρες συμφώνησαν σε εκεχειρία και αποκατέστησαν τις σχέσεις τους. Το 1989, οι δύο πλευρές υπέγραψαν και συμφωνία, με αλγερινή μεσολάβηση, αποδεχόμενες την πολιτική ρύθμιση του ζητήματος, και ως έσχατη λύση την παραπομπή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Ωστόσο, ο Xαμπρέ ανατράπηκε στο Τσαντ και ο νέος ηγέτης, Iντρίς Nτέμπι, αποκατέστησε τις σχέσεις συνεργασίας με τη Λ. Τελικά, τον Φεβρουάριο του 1994, το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης δικαίωσε το Τσαντ και η Λ. απέσυρε τις περισσότερες δυνάμεις της από τη λωρίδα του Aούζου.
Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ και τη Δύση. Οι σχέσεις της Λ. με τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής επιδεινώθηκαν κατά τη δεκαετία του 1980. Ο τότε Αμερικανός πρόεδρος Ρόναλντ Pίγκαν διέταξε τον Αύγουστο του 1981 την κατάρριψη δύο λιβυκών πολεμικών αεροσκαφών, τα οποία είχαν αναχαιτίσει αμερικανικά πολεμικά αεροσκάφη πάνω από τον κόλπο της Σύρτης. Στη συνέχεια, οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου αποσύρθηκαν από τη Λ. και οι ΗΠΑ επέβαλαν εμπάργκο στις εισαγωγές πετρελαίου από τη Λ. Το 1984, η Λ. και το Mαρόκο υπέγραψαν ξαφνικά συμφωνία για την ένωση των δύο χωρών. Δύο χρόνια όμως αργότερα, ο βασιλιάς Χασάν του Μαρόκου την ακύρωσε, λόγω των σκληρών επικρίσεων του Καντάφι για τη συνάντησή του με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό. Τον ίδιο χρόνο, η Λ. υπέγραψε με τη Μάλτα συμφωνία συνεργασίας που περιλάμβανε και στρατιωτικό σκέλος, ενώ το 1985, έπειτα από απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, η Λ. επεξέτεινε τα χωρικά της ύδατα στα 18 μίλια προς την κατεύθυνση της Μάλτας. Η διμερής συνθήκη ανανεώθηκε, αλλά χωρίς το στρατιωτικό σκέλος της. Στο πλαίσιο των πολύπλευρων δραστηριοτήτων του Καντάφι περιλαμβανόταν και η επίσκεψή του στο Σουδάν το 1985, μετά την ανατροπή του καθεστώτος Nιμέιρι, κατά την οποία αποκατέστησε τις σχέσεις του με αυτή τη χώρα. Αντίθετα, τον ίδιο χρόνο, η Λ. άρχισε να απελαύνει Αιγύπτιους και Τυνήσιους μετανάστες, σε αντίποινα για τα μέτρα που είχαν ληφθεί εναντίον υπηκόων της στις δύο αυτές χώρες. Κατά τη διάρκεια του 1985, περισσότεροι από 120.000 ξένοι εργάτες από αραβικές και αφρικανικές χώρες απελάθηκαν από τη Λ. Το 1985, επιδεινώθηκαν πολύ σοβαρά οι σχέσεις της Λ. με τις ΗΠΑ. Η αμερικανική κυβέρνηση κατηγορούσε τη Λ. ότι ενίσχυε Παλαιστίνιους αντάρτες και υπέθαλπε τη διεθνή τρομοκρατία και τον Ιανουάριο του 1986 ο Pίγκαν διέταξε τη διακοπή κάθε σχέσης με τη Λ. Τον ίδιο μήνα, ο 6ος αμερικανικός στόλος αναπτύχθηκε έξω από τον κόλπο της Σύρτης, αμφισβητώντας τους ισχυρισμούς της Λ. ότι ολόκληρος ο κόλπος περιλαμβανόταν στα χωρικά της ύδατα. Τα λιβυκά πυρά εναντίον αμερικανικού αεροπλάνου προκάλεσαν την άμεση αντίδραση των Αμερικανών, οι οποίοι βομβάρδισαν στρατιωτικές βάσεις στη Λ. και βύθισαν τέσσερα σκάφη της. Τον Απρίλιο του ίδιου έτους, δεκάδες αμερικανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν στρατιωτικές και άλλες εγκαταστάσεις στη Λ., μαζί και την κατοικία του Καντάφι, με αφορμή μια τρομοκρατική επίθεση κατάρριψης πολιτικού αεροπλάνου της PANAM πάνω από το Λόκερμπι της Σκοτίας (290 νεκροί), για την οποία ενέχονταν ως ύποπτοι δύο Λίβυοι πολίτες. 101 Λίβυοι σκοτώθηκαν, οι περισσότεροι άμαχοι, από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς. Το 1988, οι ΗΠΑ κατηγόρησαν τη Λ. ότι κατασκεύαζε ένα εργοστάσιο παραγωγής χημικών όπλων, ενώ το 1989 οι Αμερικανοί κατέρριψαν πάλι δύο λιβυκά πολεμικά αεροσκάφη πάνω από τη Μεσόγειο.
Η καθοριστική καμπή στις σχέσεις της Λ. με τις δυτικές χώρες σημειώθηκε στα τέλη του 1991, όταν οι ΗΠΑ και η Μεγάλη Βρετανία ζήτησαν την έκδοση των δύο Λίβυων υπηκόων τους οποίους κατηγορούσαν ως υπεύθυνους για τη βομβιστική ενέργεια που είχε αποτέλεσμα την πτώση του αεροπλάνου στο Λόκερμπι της Σκοτίας, τον Δεκέμβριο του 1988. Η Λ. αρνήθηκε τις κατηγορίες, αλλά τον Ιανουάριο του 1992 το συμβούλιο ασφαλείας του OHE ζήτησε τη συμμόρφωσή της για την έκδοση των δύο υπηκόων της. Η Λ. προσφέρθηκε να δικάσει τους δύο υπόπτους στο έδαφός της, κάτι το οποίο απορρίφθηκε από τις HΠA και τη Μεγάλη Βρετανία, όπως και η πρότασή της να τεθούν οι ύποπτοι υπό τη δικαιοδοσία του Αραβικού Συνδέσμου. Τον Μάρτιο του 1992, ο OHE επέβαλε οικονομικές κυρώσεις εναντίον της Λ., απαγορεύοντας κάθε αεροπορική επικοινωνία και το εμπόριο όπλων με τη Λ. Οι αραβικές χώρες προσπάθησαν να μεσολαβήσουν στη διένεξη, φοβούμενες ότι η επιβολή νέων κυρώσεων θα έφερνε σε πολύ δύσκολη θέση τη Λ. Τον Ιούνιο του 1992, το γενικό λαϊκό συνέδριο της Λ. αποφάσισε να επιτρέψει τη δίκη των δύο υπόπτων στο εξωτερικό, αλλά υπό την αιγίδα του OHE, κάτι το οποίο απορρίφθηκε από τον ΟΗΕ, ενώ οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία ανακοίνωσαν το 1993 ότι θα ζητούσαν την ενίσχυση των κυρώσεων κατά της Λ. Κατά την ίδια περίοδο, διέρρευσαν πληροφορίες ότι είχε γίνει απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του Καντάφι από αξιωματικούς των ενόπλων δυνάμεων και ότι είχαν γίνει ταραχές σε πόλεις της Λ. Τον Νοέμβριο του 1993, το συμβούλιο ασφαλείας του ΟΗΕ εξέδωσε νέο ψήφισμα με το οποίο ενισχύονταν οι κυρώσεις κατά της Λ., απαγορεύοντας τις πωλήσεις εξαρτημάτων για αεροπλάνα, διατάζοντας την κατάσχεση των λιβυκών καταθέσεων στο εξωτερικό και τη μείωση του προσωπικού των λιβυκών διπλωματικών αντιπροσωπειών.
Το 1994, η υπεράσπιση των δύο υπόπτων ανακοίνωσε ότι ήταν διατεθειμένοι να δικαστούν στη Χάγη και τότε οι υπουργοί Εξωτερικών του Αραβικού Συνδέσμου αλλά και του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας ζήτησαν την άρση των κυρώσεων κατά της Λ. Στο διάστημα αυτό, πολλά στοιχεία είδαν το φως της δημοσιότητας, βάσει των οποίων η ευθύνη για την έκρηξη στο αεροπλάνο της PANAM αποδιδόταν σε άλλες δυνάμεις. Μέλος εξτρεμιστικής οργάνωσης που δικαζόταν στον Λίβανο, ισχυρίστηκε ότι η οργάνωσή του ήταν υπεύθυνη για τη βομβιστική ενέργεια στο αεροσκάφος, ενώ ο βρετανικός Τύπος δημοσίευσε αποκαλυπτικά έγγραφα τα οποία επισήμαιναν συριακή ή ιρανική ανάμειξη ή ακόμα και εμπλοκή εξτρεμιστικής παλαιστινιακής οργάνωσης που συνδεόταν με τις δύο αυτές χώρες. Ωστόσο, οι αμερικανικές και οι βρετανικές αρχές επέμεναν στην έκδοση των δύο Λίβυων υπόπτων.
Τον Μάρτιο του 1995, Αμερικανοί αξιωματούχοι ανακοίνωσαν ότι θα προσπαθούσαν να πείσουν το Συμβούλιο Ασφαλείας του OHE να επιβάλει ακόμα πιο σκληρές κυρώσεις στη Λ., όπως την απαγόρευση στις πωλήσεις πετρελαίου, από τις οποίες η Λ. αντλούσε το 98% των εσόδων της. Ωστόσο, το συμβούλιο ασφαλείας δεν έλαβε τέτοια απόφαση. Έναν χρόνο αργότερα, πάντως, μετά την πτώση (υπό ανεξακρίβωτες ακόμα συνθήκες) αεροπλάνου της TWA έξω από τη Νέα Υόρκη, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον υπέγραψε (Αύγουστος 1996) διάταγμα με το οποίο εφεξής θα επιβάλλονταν κυρώσεις στις ξένες εταιρείες που θα επένδυαν σε ενεργειακά προγράμματα στο Ιράν ή στη Λ. Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε τις δύο αυτές χώρες «τους πιο επικίνδυνους υποστηρικτές της τρομοκρατίας» και ζήτησε από τους Ευρωπαίους να υποστηρίξουν την ενέργειά του. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες είχαν επενδύσει με συμβόλαια πολλών εκατομμυρίων στη Λ. και στο Ιράν, αντέδρασαν στην απόφαση αυτή των ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι δεν επρόκειτο να τις ακολουθήσουν. Το 1999 τελικά, οι δύο Λίβυοι παραδόθηκαν σε αξιωματικούς του ΟΗΕ για να δικαστούν σε δικαστήριο της Σκοτίας. Η ενέργεια αυτή είχε αποτέλεσμα την άρση των κυρώσεων εναντίον της Λ. Την ίδια χρονιά, αποκαταστάθηκαν και οι σχέσεις της Λ. με τη Μεγάλη Βρετανία, μετά την απόφαση της λιβυκής κυβέρνησης να αποζημιώσει την οικογένεια της Βρετανίδας αστυνομικού Ιβόν Φλέτσερ, η οποία είχε πυροβοληθεί έξω από την πρεσβεία της Λ. στο Λονδίνο, το 1984.
Οι τελευταίες εξελίξεις με τις αραβικές χώρες. Το 1988, οι ηγέτες της Αλγερίας, του Μαρόκου, της Τυνησίας, της Λ. και της Μαυριτανίας συναντήθηκαν στο Αλγέρι, για να συζητήσουν την προοπτική ενός Mάγρεμπ χωρίς σύνορα. Τον επόμενο χρόνο, σε συνάντησή τους στο Μαρόκο, υπέγραψαν την ένωση του Αραβικού Mάγρεμπ (= των αραβικών λαών της βόρειας Αφρικής), με τη συμμετοχή των πέντε αυτών χωρών και με τη φιλοδοξία να δημιουργήσουν ένα είδος αραβικής οικονομικής κοινότητας. Ωστόσο, αργότερα έγινε σαφές ότι οι προσανατολισμοί των χωρών αυτών ήταν διαφορετικοί και οι διαδικασίες της ένωσης πάγωσαν. Το 1987, ο Καντάφι συμφιλιώθηκε και με τον Παλαιστίνιο ηγέτη Γιάσερ Αραφάτ, προσαρμόζοντας την πολιτική του στην πολιτική της πλειοψηφίας των αραβικών χωρών. Έτσι, τον ίδιο χρόνο, αποκατέστησε τις σχέσεις του με το Ιράκ, αλλά αρνήθηκε να ταχθεί πλήρως στο πλευρό του, στον πόλεμο κατά του Ιράν. Αργότερα, όταν το Ιράκ εισέβαλε στο Κουβέιτ, η Λ. αρνήθηκε να συμμετάσχει στις στρατιωτικές επιχειρήσεις των αραβικών χωρών στο πλευρό των ΗΠΑ και εναντίον του Ιράκ, αλλά επέκρινε ωστόσο την εισβολή του Ιράκ στο Κουβέιτ. Το 1997, οι υπουργοί Εξωτερικών των αραβικών χωρών συμφώνησαν να άρουν το εμπάργκο αεροπορικών πτήσεων και να επιτρέψουν σε αεροσκάφος που μετέφερε τον Καντάφι να προσγειωθεί στο έδαφός τους, ενώ την επόμενη χρονιά το εμπάργκο έσπασε και πάλι, όταν δύο αεροσκάφη τα οποία μετέφεραν τον πρόεδρο του Τσαντ και τον πρόεδρο της Δημοκρατίας του Νίγηρα προσγειώθηκαν στη Λ.
Από τον Μάρτιο του 2000, στην κυβέρνηση της Λ. επήλθαν αλλαγές, σε μια προσπάθεια αποκέντρωσης της εξουσίας. Ταυτόχρονα, δημιουργήθηκε το Υπουργείο Αφρικανικής Ενότητας, κίνηση που προδίδει την επιθυμία της Λ. να βγει από τη διεθνή της απομόνωση και να προσεγγίσει τον υπόλοιπο κόσμο.Για αραβική λιβυκή λογοτεχνία μπορεί να γίνει λόγος, τυπικά, μόνο μετά την ανεξαρτησία της χώρας, αφού η προηγούμενη περίοδος εντάσσεται στο σύνολο της αραβικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, δεν είναι δυνατόν να μην αναφερθεί ο Σουλεϊμάν αλ-Mπαρούνι (1872-1940) ως ο πατέρας της εθνικής λογοτεχνίας της χώρας, ο οποίος, κατά τη διάρκεια του ιταλο-λιβυκού πολέμου, έγραψε πολλά ποιήματα με πολιτικό χαρακτήρα, στην κλασική αραβική γλώσσα και χρησιμοποιώντας τις παραδοσιακές δομές στο ποιητικό μέτρο, τα οποία διαπνέονταν από έντονο αίσθημα φιλοπατρίας. Θα πρέπει επίσης να αναφερθούν ο Mουσταφά ιμπν Zίκρι και ο Pαφίκ αλ-Mαχνταβί. Από τους συγγραφείς της σύγχρονης εποχής ξεχωρίζουν, χωρίς ωστόσο το έργο τους να διακρίνεται ιδιαίτερα σε αραβικό επίπεδο ή να αποκτά παναραβική διάσταση, οι ποιητές Άλι Σίντκι Aμπντ αλ-Kάντιρ, στον οποίο οφείλεται μια ανθολογία λυρικών ποιημάτων με τίτλο Όνειρα και Επανάσταση, Aχμάντ Kανάμπα, Iμπραήμ Oύμαρ, Aμπού Pαμπίχι αλ-Kινάν, όλοι τους οπαδοί της παραδοσιακής ποίησης που βασίζεται στο συλλαβικό μετρικό σύστημα.
Από τους πεζογράφους, θα πρέπει να αναφερθούν ο Tάλιμπ αρ-Pαγίε και η Zάιμα αλ-Mπαρούνι, κόρη του Σουλεϊμάν αλ-Mπαρούνι, η οποία εξέδωσε πιστά τα απομνημονεύματα του πατέρα της με τίτλο Αθάνατες σελίδες από τον Ιερό Πόλεμο, όπου, μεταξύ των δικών της αφηγηματικών κειμένων, παραθέτει ντοκουμέντα που αφορούν την πολιτική δράση του πατέρα της, καθώς και αποσπάσματα από τα απομνημονεύματά του. Στη Λ., όπως και στον υπόλοιπο αραβικό κόσμο, το πλέον διαδεδομένο αφηγηματικό είδος είναι τα σύντομα διηγήματα και πολλοί συγγραφείς τα προτιμούν από τα μυθιστορήματα. Μεταξύ αυτών διακρίθηκαν οι Aμπντ Άλα αλ-Kουγάιρι, Kάμιλ Xάσαν αλ-Mακχούρ, Γιουσούφ ας-Σαρίφ, Kαλίφα Xουσαΐν Mουστάφα. Από τις γυναίκες συγγραφείς, διακρίθηκαν η Λουτφίγια αλ-Kάμπα’ιλί, διευθύντρια της επιθεώρησης Η γυναίκα (al-Mar’a) και η Mαρντίγια αν-Nα’ας. Όμως, ο ποιητής Mουχάμαντ αλ-Φαϊτούρι, σουδανικής καταγωγής, είναι ο μεγαλύτερος σύγχρονος συγγραφέας της χώρας και η φήμη του ξεπερνά τα σύνορα της Λ. Στα παθιασμένα ποιήματά του φαίνεται ο έντονος και ισχυρός δεσμός του με τη γη της Αφρικής.Η προϊστορική, η αρχαϊκή και η ρωμαϊκή περίοδος. Πέτρινα όπλα και εργαλεία αποτελούν τις βασικές μαρτυρίες για τη ζωή των προϊστορικών κατοίκων της Λ. κατά την παλαιολιθική και τη νεολιθική εποχή (σπήλαια του Τζαμπάλ της Βεγγάζης, οικισμοί στην περιοχή Φεζάν και στην ακτή κοντά στην Τρίπολη). Μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως, παρουσιάζουν τα ιχνογραφήματα και οι βραχογραφίες. Αυτά που έχουν βρεθεί, αποδεικνύουν την ύπαρξη λαών που ζούσαν από το κυνήγι τροπικής πανίδας (ελέφαντες, ρινόκεροι, καμηλοπαρδάλεις) που σήμερα έχει εξαφανιστεί. Επιβεβαιώνουν, επίσης, την ύπαρξη κτηνοτρόφων που εξέτρεφαν κυρίως βόδια, άλογα και δρομάδες. Οι σπουδαιότερες από αυτές τις απεικονίσεις βρίσκονται στο Τζαμπάλ ελ-Aουενάτ (άγρια ζώα, άνθρωποι και οικόσιτα ζώα), αλλά το πλέον αξιόλογο ζωγραφικό σύμπλεγμα βρίσκεται στο Άιν Nτούα με εκατοντάδες πολύχρωμες παραστάσεις.
Η Τριπολίτιδα διακρίνεται από τη δημιουργία μωσαϊκών, με την πλούσια σειρά από μωσαϊκά σε επαύλεις και σε αγροικίες της Λέπτις Μάγκνα (βλ. λ.) και της Σαμπράθα. Το θεαματικότερο σύνολο είναι, ωστόσο, το μεγάλο μωσαϊκό στην έπαυλη του Zλίτεν (Μουσείο της Τρίπολης). Στη ζωγραφική, εκτός από μερικά δείγματα στην Κυρηναϊκή, στο αμφιθέατρο της Πτολεμαΐδας και σε τάφους της Κυρήνης, υπάρχουν αποσπασματικές τοιχογραφίες με μυθολογικές σκηνές που έχουν διατηρηθεί σε οικίες της Σαμπράθα. Επίσης, στις μικρές θέρμες της Λέπτις Μάγκνα, υπάρχουν σκηνές κυνηγιού του 3ου αι. μ.Χ.
Τα πλέον αξιόλογα στοιχεία στην αρχιτεκτονική της Λ. προέρχονται από την αρχαιότητα. Η μνημειακή περιοχή της Kυρήνης, της αρχαίας αποικίας που ίδρυσαν οι Θηραίοι στα μέσα του 7ου αι. π.Χ., αποτελείται ουσιαστικά από τρεις χώρους ανασκαφών, το πλάτωμα του Απόλλωνα, τη συνοικία της αγοράς, τον μεγάλο ναό στον ανατολικό λόφο και γύρω του τη μεγάλη νεκρόπολη, που μόνο κατά ένα μέρος έχει εξερευνηθεί. Στην πόλη, συνυπάρχουν δύο αντίθετες πολεοδομικές αρχές οι οποίες είναι εμφανείς στη γραφική αταξία του ιερού του Απόλλωνα και στη γεωμετρική τάξη της χάραξης των οδών. Το θρησκευτικό κέντρο δημιουργήθηκε στο χαμηλότερο πλάτωμα γύρω από την αρχαία πηγή (Kύρα, δηλαδή ασφόδελος, που αργότερα ταυτίστηκε με τη θεσσαλική νύμφη Kυρήνη), με ένα συγκρότημα από λιμνούλες και σηκούς και τον δωρικό ναό του Απόλλωνα, των αρχών του 6ου αι. π.Χ., που ανοικοδομήθηκε, όπως όλα τα άλλα κτίρια της πόλης, τον 2ο αι. π.Χ. μετά την ιουδαϊκή εξέγερση και περιβαλλόταν από μεγαλοπρεπή βωμό, μικρότερους ναούς αφιερωμένους σε άλλες θεότητες, αναθηματικά μνημεία και κρήνες. Στον δυτικό λόφο, βρίσκεται η αγορά, το επίκεντρο της αστικής ζωής.
Στον δρόμο που οδηγεί στην ακρόπολη ξεχωρίζουν, ανάμεσα στα πολλά κτίσματα, το περιστύλιο των Καρυάτιδων, ένα μικρό θέατρο, το Kαισαρείον, η μεγάλη τετράγωνη πλατεία με περιστύλιο, προπύλαια και ένας μικρός ναός στη μέση, ο οποίος ιδρύθηκε ως λατρευτικό και αστικό κέντρο την εποχή του Αυγούστου, ένα Καπιτώλιο, μια εμπορική αγορά με στοές, βωμοί, ένα ναυτικό μνημείο, ένας ναός της Δήμητρας. Στον ανατολικό λόφο υψώνεται ο μεγάλος ναός, που ήταν αφιερωμένος στον Ολύμπιο Δία και παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά των ναών της Σικελίας και της Μικράς Ασίας. Είναι δωρικός, των μέσων του 5ου αι. π.Χ., και ανακαινίστηκε επί Αυγούστου και επί Αντωνίου. Μεγάλη ποικιλία παρουσιάζει η νεκρόπολη με αρχαϊκή και ελληνιστική αρχιτεκτονική, τάφους με ναΐσκο, καθώς και κυκλικούς τάφους.
Το ρωμαϊκό θέατρο της Σαμπράθα έγινε γνωστό στην Κυρηναϊκή από τους Έλληνες. Το θέατρο της Κυρήνης, το αρχαιότερο της Αφρικής, αναπροσαρμόστηκε αργότερα από τους Ρωμαίους και μετατράπηκε σε αμφιθέατρο. Ένα ελληνιστικό θέατρο βρισκόταν στην Πτολεμαΐδα, άλλα τρία είχαν δημιουργηθεί από τους Ρωμαίους στην Κυρήνη, δύο στην Πτολεμαΐδα και δύο στην Απολλωνία. Τα αντιπροσωπευτικότερα δείγματα ρωμαϊκών θεάτρων βρίσκονται όμως στην Τριπολίτιδα. Το θέατρο της Λέπτις Μάγκνα, αυγουστιανής εποχής, έχει μια τριαψιδική κιονοστοιχία μπροστά στη σκηνή και μια δίγλωσση επιγραφή (στη λατινική και στη νεοκαρχηδονιακή) που αναφέρει τον Νάρκισσο, απελεύθερο του Αυγούστου, ως αρχιτέκτονα. Το θέατρο της Σαμπράθα, εξάλλου, είναι το μεγαλύτερο από όλα τα θέατρα της ρωμαϊκής Αφρικής και το καλύτερα διατηρημένο και αναστηλωμένο. Η μεγαλοπρεπής τριαψιδική κιονοστοιχία της σκηνής ανταποκρίνεται στη σκηνογραφική προτίμηση που συναντά κανείς και στα σεβηριανά νυμφαία. Η σκηνή έχει εναλλασσόμενες εξέδρες, τετράγωνες και ημικυκλικές, και κοσμείται από μια σειρά αναγλύφων με μορφές θεοτήτων και θεατρικά μοτίβα που παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.
Στην Τριπολίτιδα σώζονται μεγαλοπρεπή ρωμαϊκά μνημειακά συγκροτήματα, αλλά στην Τρίπολη, την αρχαία Όεα, από τα ρωμαϊκά μνημεία σώζεται μόνο η αψίδα του Μάρκου Αυρηλίου, με τέσσερις όψεις, καλυμμένη με οκταγωνικό θόλο, διακοσμημένη με αγάλματα και ανάγλυφα με τις μορφές του Απόλλωνα και της Αθηνάς, προστατών της πόλης. Είναι πραγματικά αρκετά διαδεδομένος ο τύπος της αψίδας με τέσσερις όψεις, που το αρχαιότερο δείγμα της είναι στη Λέπτις Mάγκνα, η αψίδα του Τραϊανού. Έχει απλές γραμμές, χωρίς διακόσμηση, με κολόνες που στηρίζουν το εξωτερικό και το εσωτερικό μέρος της. Εκτός από την απλή αψίδα του Τιβέριου, που στηρίζεται στα κτίρια ως διαχωριστική πύλη, υπάρχει επίσης μια μεγαλοπρεπής αψίδα των Σεβήρων με τέσσερις όψεις και πλούσια διακόσμηση, που αποτελεί μέρος του μνημειακού συγκροτήματος της πόλης, δημιουργημένου από τους Σεβήρους στην πατρίδα καταγωγής τους. Aυτή η αψίδα αποτελεί την έκφραση της τάσης τους προς την έγχρωμη διακόσμηση, που είναι χαρακτηριστική της αυτοκρατορικής αρχιτεκτονικής.
Η χριστιανική και η αραβική τέχνη. Από τη χριστιανική λατρεία σώζονται πολλές βασιλικές, ειδικά στη Λέπτις Μάγκνα, πάνω στο Τζαμπάλ και στη Σαμπράθα, όπου βρίσκεται η ωραιότερη από όλες και ανήκει στην ιουστινιάνεια περίοδο. Η βασιλική αυτή έχει μεγάλο μωσαϊκό στο κεντρικό της κλίτος, που αποτελείται από ένα τεράστιο κλήμα αμπελιού με τσαμπιά σταφυλιών, γεμάτο από πουλιά και ένα παγώνι με ανοιχτή την ουρά του.
Η μακραίωνη αραβική περίοδος δεν άφησε σπουδαίες καλλιτεχνικές μαρτυρίες, ωστόσο δείγματα της αραβικής διακοσμητικής τέχνης και λαϊκές αρχιτεκτονικές φόρμες υπάρχουν σε πολλά αραβικά σπίτια των παλαιών συνοικιών και επίσης πολλά λαογραφικά στοιχεία έχουν διατηρηθεί στις ενδυμασίες, στα σπίτια και στις αγορές. Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, ανοικοδομήθηκαν τα ρωμαιοβυζαντινά τείχη στην παλαιά πόλη της Τρίπολης. Το φρούριο (7ος αι. μ.Χ.) ανοικοδομήθηκε από τους Ισπανούς τον 16ο αι., ενισχύθηκε από τους Ιωαννίτες Ιππότες της Μάλτας και τέλος μετασκευάστηκε από τους Τούρκους.
Ο Οθωμανός κυβερνήτης Μουράτ δημιούργησε εκεί την κατοικία του και, όταν αποσύρθηκε στην Tατζούρα, τη μετέτρεψε σε μεγάλο τέμενος, στα πρότυπα εκείνων του Mάγρεμπ, χρησιμοποιώντας γι’ αυτό πολλές κολόνες από τη Λέπτις Μάγκνα. Στην Τρίπολη, επίσης, το τέμενος του Αχμέτ πασά ανεγέρθηκε από τον ιδρυτή της δυναστείας των Kαραμανλήδων, που ανέθεσε την κατασκευή του σε Αλγερινούς καλλιτέχνες. Το τέμενος αυτό είναι από τα πλουσιότερα της αραβικής τέχνης του 18ου αι., με θόλους στολισμένους με γύψινα και τοίχους επενδεδυμένους με πολύχρωμα σμαλτωμένα πλακάκια. Ο ίδιος τύπος αντιγράφηκε αργότερα στο τέμενος που ανήγειρε η οικογένεια Γκούρτζι, για το οποίο χρησιμοποιήθηκαν υλικά από την Τυνησία.Άραβες ή Βέρβεροι, οι κάτοικοι της Λ. είναι πάντως ισλαμιστές. Στην πλειοψηφία τους είναι σουνίτες, δηλαδή ορθόδοξοι, ενώ ορισμένες ομάδες Βερβέρων ανήκουν στην ιβαδιτική κίνηση, μοναδικό κλάδο της αίρεσης των χαριτζιτών που έχει επιβιώσει. Οι εκδηλώσεις θρησκευτικού χαρακτήρα περιλαμβάνουν μεγάλες γιορτές όπως το μικρό Mπαϊράμι, που κλείνει τον μήνα του Pαμαντάν και τη σχετική με αυτό νηστεία, και το μεγάλο Mπαϊράμι, στις 10 του μηνός του προσκυνήματος. Κατά τον μήνα του Pαμαντάν (ραμαζάνι), επιβάλλεται πλήρης αποχή από τροφή, ποτό, κάπνισμα και σεξουαλικές σχέσεις, από την αυγή έως τη δύση του ήλιου. Είναι η μεγαλύτερη συλλογική εκδήλωση πίστης στη Λ. και μεταβάλλει τον ρυθμό της ατομικής και κοινωνικής ζωής. Άλλες γιορτές είναι η επέτειος της γέννησης του Μωάμεθ και η ανάληψή του στους ουρανούς.
Η περιτομή είναι η πρώτη τελετουργική πράξη στην οποία υποβάλλονται οι μουσουλμάνοι. Γενικά, η επέμβαση γίνεται μεταξύ της ηλικίας των τεσσάρων ημερών και των επτά ετών. Η τελετή συνοδεύεται από γιορτές ανάλογες με εκείνες του γάμου και έχει χαρακτήρα προστασίας και εξαγνισμού.
Τα γαμήλια και ταφικά έθιμα. Με το θέμα του γάμου ασχολούνται συνήθως οι γονείς ή αυτοί που τους αναπληρώνουν, όταν κρίνουν πως έχει φτάσει η κατάλληλη στιγμή. Μόνο τότε ξεκινά η περίπλοκη διαδικασία του γάμου. Γυναίκες της απόλυτης εμπιστοσύνης κάνουν τις πρώτες επαφές. Αφού γίνει αποδεκτό το συνοικέσιο, αρχίζουν ανάμεσα στους νόμιμους αντιπροσώπους των δύο πλευρών διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των όρων που συνηθίζονται. Πρώτος όρος είναι η διευθέτηση του ποσού του γαμήλιου δώρου που ο γαμπρός πρέπει να καταβάλει στην οικογένεια της νύφης. Η συμφωνία επικυρώνεται τέλος με ένα δώρο του μνηστήρα που, όταν γίνεται δεκτό, δεσμεύει την κοπέλα. Ακολουθεί η υπογραφή του κανονικού συμβολαίου του γάμου, μέσω των αντιπροσώπων του μελλοντικού ζευγαριού.
Ο θάνατος αναγγέλλεται από τις γυναίκες της οικογένειας με κραυγές οδύνης. Αφού πρώτα πλύνουν τον νεκρό, τον τυλίγουν μέσα σε ένα μεγάλο πένθιμο σεντόνι. Συγγενείς και φίλοι μεταφέρουν το φέρετρο στους ώμους τους και ψάλλουν με δυνατή φωνή την ομολογία της πίστης τους. Τέλος, τοποθετούν τη σωρό του νεκρού μέσα σε ένα λάκκο, φροντίζοντας έτσι ώστε το κεφάλι του να είναι στραμμένο προς τη Μέκκα.
Ο συνταγματάρχης Καντάφι, ανάμεσα στον Σύρο ηγέτη Άσαντ και στον Αιγύπτιο Σαντάτ, όταν προτάθηκε (1971) η δημιουργία της Αραβικής Σοσιαλιστικής Ένωσης.
Καραβάνι στην περιοχή Χαμάντα της Λιβύης.
Μία κιονοστοιχία στην αρχαία Κυρήνη.
Γενική άποψη των ανασκαφών στη μνημειακή περιοχή της Κυρήνης, της πόλης που ίδρυσαν άποικοι από τη Θήρα (Σαντορίνη), στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. Διακρίνονται κυρίως τα ερείπια του ιερού του Απόλλωνα.
Νεαρές Λίβυες με παραδοσιακές ενδυμασίες (φωτ. ΑΠΕ).
Από τα ρωμαϊκά θέατρα της Αφρικής, το θέατρο της Σαμπράθα, που χτίστηκε ανάμεσα στα τέλη του 2ου και στις αρχές του 3ου αι. μ.Χ., ξεχωρίζει για τη μεγαλοπρέπειά του.
Η καμηλοπάρδαλη του καταφυγίου του Ουάου Αμίλ, στο Ακάκους, εμφανίζει δυναμικό ρεαλισμό.
Το θέατρο της αρχαίας Κυρήνης.
Δύο ανθρώπινες φιγούρες με καθαρά περιγράμματα του καταφυγίου του Γρουμπ, στο Ακάκους.
Τα τελευταία χρόνια οι κινήσεις του ηγέτη της Λιβύης, Μουαμάρ Καντάφι, όπως η δημιουργία του Υπουργείου Αφρικανικής Ενότητας, υποδηλώνουν την πρόθεσή του να βγάλει τη χώρα του από τη διεθνή απομόνωση (φωτ. ΑΠΕ).
Για την κατάρριψη του αεροπλάνου της PANAM πάνω από το Λόκερμπι της Σκοτίας θεωρήθηκαν ύποπτοι δύο Λίβυοι, γεγονός που επιδείνωσε τις σχέσεις Λιβύης με τη Δύση και κυρίως με τις ΗΠΑ (φωτ. ΑΠΕ).
Φωτογραφία του 1969, με τον νεαρό τότε υπολοχαγό Μουαμάρ Καντάφι, επικεφαλής των αξιωματικών που ανέτρεψαν τον βασιλιά Ιντρίς και ανακήρυξαν τη Λιβυκή Αραβική Δημοκρατία (φωτ. ΑΠΕ).
Ο βασιλιάς Ιντρίς, στην εναρκτήρια συνεδρίαση της πρώτης ανεξάρτητης βουλής της Λιβύης.
Ο στρατηγός Έρβιν Γ. Ρόμελ, διοικητής του Afrika Korps, κατηύθυνε τις αντεπιθέσεις του Άξονα τον Απρίλιο-Νοέμβριο του 1942, κατακτώντας το Τομπρούκ και φτάνοντας έως το Ελ Αλαμέιν.
Χαρτονόμισμα των 20 (νέων) λιβυκών δηναρίων, που εκδόθηκε το 2002.
Ερείπια της ρωμαϊκής πόλης Σαβράθα, στη Τριπολίτιδα. Η αρχαιολογική ζώνη μαρτυρεί τη μεγάλη ανάπτυξη της πόλης κατά τους χρόνους του Αυγούστου. Η πιο ενδιαφέρουσα από τις μαρτυρίες αυτές είναι το θέατρο, που είναι το μεγαλύτερο και το καλύτερα διατηρημένο από τα θέατρα της Αφρικής.
Αξιοποίηση του εδάφους στην όαση Γκανταμές της Λιβύης.
Εγκαταστάσεις άντλησης ακατέργαστου πετρελαίου στο Ζέλτεν της Λιβύης.
Πετρελαιοπηγές στη Λιβύη.
Καλλιέργειες γύρω από ένα χωριό κοντά στη Μισράτα της Λιβύης.
Παρέλαση Βερβέρων ιππέων στην Τρίπολη. Οι Βέρβεροι αντιπροσωπεύουν το αρχαιότερο ίσως στοιχείο του πληθυσμού της Λιβύης και είναι εκείνοι που περισσότερο από όλους έμειναν προσκολλημένοι στις παραδόσεις τους.
Γενική άποψη της Βεγγάζης, δεύτερης πόλης της Λιβύης στην Κυρηναϊκή.
Οικισμός σε όαση της Λιβύης, με την ιδιότυπη αρχιτεκτονική των σπιτιών του.
Μια ομάδα γυναικών από τη φυλή των Βερβέρων με παραδοσιακές ενδυμασίες.
Ο βραχώδης κόλπος της Μπάρντια, στην Κυρηναϊκή της Λιβύης.
Σειρές από θίνες και ξηρόφιλους θάμνους στο βόρειο Φεζάν της Λιβύης.
Μικρή λίμνη νερού σε μια κοιλότητα του εσωτερικού ερημικού υψιπέδου.
Μια υποβλητική άποψη της Σαχάρας σε λιβυκό έδαφος.
Φωτογραφία της ερήμου Μαρζούκ της Λιβύης, που βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της χώρας, από δορυφόρο της ΝΑΣΑ τον Ιανουάριο του 1993 (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov).
Επίσημη ονομασία:
Μεγάλη Σοσιαλιστική Λαϊκή Λιβυκή Αραβική Τζαμαχιρία (Al Jumahiriyah al Arabiyah al Libiyah ash Shabiyah al Ishtirakiyah al Uzma)
Έκταση: 1.759.540 τ. χλμ.
Πληθυσμός:
5.368.585 κάτ. (2002)
Πρωτεύουσα:
Τρίπολη (990.000 κάτ. το 1996)

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Λιβύη — the west bank of the Nile fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύῃ — Λιβύη the west bank of the Nile fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύη — η κράτος της Βόρειας Αφρικής …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Λιβύη ή Λίβυσσα — Προσωνυμία της θεάς Δήμητρας στο Άργος, που μαρτυρά τους δεσμούς της πόλης με φυλές που ήρθαν από τον εξωελλαδικό χώρο. Η Δήμητρα Λ. αποτελούσε υπόδειγμα αυστηρότητας ηθών και στοργικής συζύγου …   Dictionary of Greek

  • Ἀεὶ φέρει τι Λιβύη καινόν. — См. Что нового? …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Λιβύαι — Λιβύη the west bank of the Nile fem nom/voc pl Λιβύᾱͅ , Λιβύη the west bank of the Nile fem dat sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύηι — Λιβύῃ , Λιβύη the west bank of the Nile fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβυῶν — Λιβύη the west bank of the Nile fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύαις — Λιβύη the west bank of the Nile fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λιβύην — Λιβύη the west bank of the Nile fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.